Ρεύμα: Φόβοι για νέο κύμα αυξήσεων το καλοκαίρι
Η αύξηση της κατανάλωσης το καλοκαίρι, η τιμή του φυσικού αερίου και το περιορισμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο για ενισχύσεις φέρνουν ξανά στο προσκήνιο τους λογαριασμούς ρεύματος.
Το κόστος του ρεύματος επιστρέφει στο επίκεντρο, καθώς η καλοκαιρινή κατανάλωση, η τιμή του φυσικού αερίου και οι περιορισμένες ευρωπαϊκές κινήσεις για επιδοτήσεις δημιουργούν νέο πεδίο πίεσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η βασική ανησυχία είναι απλή: όσο ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες, αυξάνεται η χρήση των κλιματιστικών και μαζί της η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Σε ένα ήδη ακριβό περιβάλλον, ακόμη και μια εποχική άνοδος στην κατανάλωση μπορεί να φανεί άμεσα στους λογαριασμούς.
Το ζήτημα γίνεται πιο δύσκολο επειδή η τιμή του φυσικού αερίου δεν έχει αποκλιμακωθεί όσο θα χρειαζόταν. Από τη στιγμή που το φυσικό αέριο εξακολουθεί να επηρεάζει την τελική τιμή του ρεύματος, κάθε νέα πίεση στη ζήτηση μπορεί να μεταφερθεί στα τιμολόγια.
Την ίδια ώρα, το «πράσινο» από την Κομισιόν για κρατικές ενισχύσεις εμφανίζεται διστακτικό και περιορισμένο. Η συζήτηση αφορά το αν τα κράτη θα έχουν αρκετό δημοσιονομικό χώρο για να στηρίξουν ευάλωτους καταναλωτές και επιχειρήσεις, χωρίς να θεωρηθεί ότι ξεφεύγουν από τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Στην εκπομπή «10 Παντού» του Open News, ο ενεργειακός επιθεωρητής Μιχάλης Χριστοδουλίδης εξήγησε ότι κάθε καλοκαίρι η κατανάλωση ενός τυπικού νοικοκυριού αυξάνεται περίπου από 18% έως 25%. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και χωρίς μεγάλη άνοδο στην τιμή της κιλοβατώρας, ο τελικός λογαριασμός μπορεί να βγει αισθητά βαρύτερος.
Ο ίδιος στάθηκε και στην τιμή του φυσικού αερίου, λέγοντας ότι κινείται γύρω στα 50 ευρώ η θερμική μεγαβατώρα. Με βάση αυτή την εικόνα, εκτίμησε ότι η μέση τιμή στα πράσινα τιμολόγια, που σήμερα βρίσκεται περίπου στα 15 λεπτά, μπορεί να ξεπεράσει τα 17 με 17,5 λεπτά και, στη χειρότερη περίπτωση, να φτάσει ακόμη και τα 20 λεπτά.
Στο ίδιο πάνελ τέθηκε και το ερώτημα αν αρκεί η ευρωπαϊκή προσέγγιση για επιδοτήσεις, με αναφορά σε δαπάνη έως 0,3% του ΑΕΠ που δεν θα μετρά στους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η θέση που ακούστηκε ήταν ότι τα μέτρα θα έπρεπε να είναι πιο διευρυμένα, ώστε κάθε κράτος να μπορεί να αντιδρά ανάλογα με τις δικές του ανάγκες.
Το επιχείρημα ήταν ότι οι επιπτώσεις μιας ενεργειακής κρίσης δεν είναι ίδιες σε όλα τα κράτη μέλη. Άλλες οικονομίες επηρεάζονται περισσότερο και άλλες λιγότερο, άρα μια ενιαία και πολύ στενή γραμμή από τις Βρυξέλλες μπορεί να μην καλύπτει την πραγματική πίεση που δέχονται οι πολίτες και οι επιχειρήσεις.
Στην εκπομπή αναφέρθηκε επίσης ότι οι χώρες του Βορρά εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, επειδή επηρεάζονται λιγότερο από την κρίση στη Μέση Ανατολή και φοβούνται τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Αυτό εξηγεί γιατί η Ευρώπη κινείται πιο συντηρητικά, ενώ στις χώρες που βλέπουν μεγαλύτερη πίεση στους λογαριασμούς μεγαλώνει η απαίτηση για πιο άμεσο ανάχωμα.
