Πόσο κοστίζουν φέτος οι βουτιές στην Αττική
Οι οργανωμένες παραλίες της Αττικής έχουν μεγάλες διαφορές στις τιμές, με τις επιλογές να ξεκινούν από 15 ευρώ και να φτάνουν πολύ ψηλότερα.
Κάποτε το μπάνιο στη θάλασσα ήταν η πιο απλή παρηγοριά του Έλληνα. Μια πετσέτα, ένα μπουκάλι νερό από το σπίτι, λίγα φρούτα σε ένα τάπερ και δρόμο για την παραλία. Η θάλασσα ήταν το τελευταίο καταφύγιο που δεν ζητούσε απόδειξη εισόδου για να σε δροσίσει. Ήταν το κοινό μας δικαίωμα απέναντι στον καύσωνα, στην τσιμεντένια πόλη, στην καθημερινή εξάντληση.
Μόνο που πλέον ακόμα και η βουτιά στην Αττική έχει αρχίσει να μοιάζει με μικρή οικονομική εκστρατεία. Δεν πας απλώς για μπάνιο. Κάνεις προϋπολογισμό. Μετράς είσοδο, ξαπλώστρα, Σαββατοκύριακο, πρώτη σειρά, δεύτερη σειρά, παροχές, νεράκια, πετσέτες και στο τέλος αναρωτιέσαι αν θα βουτήξεις στη θάλασσα ή στον οικογενειακό κουμπαρά.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΕΡΤ News, οι τιμές στις οργανωμένες παραλίες των νοτίων προαστίων ξεκινούν σχετικά χαμηλά, αλλά όσο προχωρά κανείς προς τη λεγόμενη «Αθηναϊκή Ριβιέρα», το μπάνιο αρχίζει να παίρνει διαστάσεις πολυτελούς εξόδου.
Στο Φάληρο, η κατάσταση παραμένει ακόμα σε πιο ανθρώπινα επίπεδα. Τις καθημερινές, ένα σετ με δύο ξαπλώστρες κοστίζει 15 ευρώ, ενώ τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες φτάνει στα 20 ευρώ. Δηλαδή, ακόμα μπορείς να πεις ότι κάνεις μια οργανωμένη βουτιά χωρίς να χρειαστεί να ζητήσεις οικονομική ενίσχυση από συγγενείς πρώτου βαθμού.
Στον Άλιμο, στην Ακτή του Ήλιου, υπάρχει είσοδος 10 ευρώ τις καθημερινές. Το σετ με τις ξαπλώστρες κυμαίνεται από 6 έως 10 ευρώ, ενώ τα Σαββατοκύριακα η είσοδος ανεβαίνει στα 12 ευρώ και η ξαπλώστρα έχει επιπλέον χρέωση 8 ευρώ. Η παραλία είναι οργανωμένη, με καταστήματα, αποδυτήρια και ναυαγοσώστη, δηλαδή με εκείνη τη βασική υποδομή που σήμερα παρουσιάζεται σχεδόν σαν προνόμιο.
Και μετά φτάνουμε στη Γλυφάδα. Εκεί όπου η θάλασσα δεν είναι απλώς θάλασσα, αλλά τιμοκατάλογος με αλάτι. Σε ενδεικτικό μαγαζί, το σετ για δύο άτομα κοστίζει 70 ευρώ τις καθημερινές και περιλαμβάνει δύο νερά και δύο πετσέτες θαλάσσης. Τα Σαββατοκύριακα, η ίδια εμπειρία εκτοξεύεται στα 100 ευρώ. Δύο νεράκια και δύο πετσέτες, δηλαδή, βαφτίζονται «παροχές» σε ένα πακέτο που κάνει τον απλό λουόμενο να αναρωτιέται αν μαζί με την ξαπλώστρα νοικιάζει και τετραγωνικά παραλιακού οικοπέδου.
Στη Βούλα, στην Α’ πλαζ, υπάρχει είσοδος 8,5 ευρώ τις καθημερινές και 10 ευρώ τα Σαββατοκύριακα. Από εκεί και πέρα, στα καταστήματα της παραλίας οι τιμές για ξαπλώστρες ανεβαίνουν. Στο πρώτο μαγαζί, η πρώτη σειρά κοστίζει 60 ευρώ τις καθημερινές και 70 ευρώ τα Σαββατοκύριακα. Στο δεύτερο, οι τιμές είναι 50 ευρώ τις καθημερινές και 60 ευρώ τα Σαββατοκύριακα. Όσο πιο πίσω πας, οι τιμές μειώνονται, λες και η απόσταση από το κύμα έχει γίνει νέα κοινωνική διαβάθμιση.
Στην Ακτή Βουλιαγμένης, η είσοδος είναι 10 ευρώ τις καθημερινές και το σετ ξαπλώστρας στα 50 ευρώ. Για δύο άτομα, με τις εισόδους και τις ξαπλώστρες, το συνολικό κόστος φτάνει στα 70 ευρώ. Τα Σαββατοκύριακα η είσοδος ανεβαίνει στα 15 ευρώ και το σετ στα 70 ευρώ, άρα το σύνολο ακουμπά τα 100 ευρώ. Εκεί δηλαδή που κάποτε έλεγες «πάμε για μια βουτιά», τώρα ίσως πρέπει να λες «πάμε να κάνουμε μια μικρή επένδυση αναψυχής».
Και φυσικά υπάρχει ο Αστέρας Βουλιαγμένης. Εκεί όπου το μπάνιο περνά σε άλλη κατηγορία. Η είσοδος τις καθημερινές είναι 50 ευρώ το άτομο, ενώ για να πάρει κάποιος ξαπλώστρα πρέπει να έχουν αγοραστεί δύο είσοδοι. Το συνολικό κόστος φτάνει τα 160 ευρώ. Όχι για μήνα. Για μία φορά. Για λίγες ώρες κάτω από τον ήλιο. Για μια ξαπλώστρα, λίγη άμμο και μια βουτιά σε νερό που, ευτυχώς, δεν έχει ακόμα χρέωση ανά κύμα.
Στη Λίμνη Βουλιαγμένης, η είσοδος τις καθημερινές είναι 17 ευρώ και το σετ ξαπλώστρες 70 ευρώ, με το σύνολο για δύο άτομα να φτάνει στα 104 ευρώ. Τα Σαββατοκύριακα η είσοδος ανεβαίνει στα 19 ευρώ και οι ξαπλώστρες στα 90 ευρώ. Έτσι, η εμπειρία της φυσικής ομορφιάς αποκτά και αυτή τη δική της ταμειακή απόχρωση.
Το πιο φθηνό λοιπόν παραμένει το αυτονόητο: οι ελεύθερες δημοτικές παραλίες. Στο Φάληρο, στον Άλιμο, στη Γλυφάδα, στη Βούλα και αλλού υπάρχουν ακόμα σημεία όπου μπορείς να πας με την πετσέτα σου, την ομπρέλα σου και την αξιοπρέπειά σου αχρέωτη. Κι αυτό πλέον δεν είναι απλώς επιλογή. Είναι μικρή πράξη αντίστασης στην εμπορευματοποίηση ακόμα και της δροσιάς.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν ακριβές οργανωμένες παραλίες. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν χώροι για όσους θέλουν και μπορούν να πληρώσουν το κάτι παραπάνω. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πρόσβαση στη θάλασσα, στο πιο φυσικό και δημόσιο αγαθό αυτής της χώρας, αρχίζει να μοιάζει με ταξικό φίλτρο. Όταν ο άλλος μετράει αν θα πάει το παιδί του για μπάνιο επειδή η ξαπλώστρα κοστίζει όσο ένα εβδομαδιαίο σούπερ μάρκετ. Όταν η παραλία γίνεται προέκταση του lifestyle και όχι ανάσα του λαού.
Η Αττική ασφυκτιά από τσιμέντο, κίνηση, ακρίβεια και καλοκαιρινή εξάντληση. Η θάλασσα ήταν πάντα το τελευταίο «δεν πειράζει» μέσα σε όλα αυτά. Το τελευταίο μέρος όπου μπορούσες να νιώσεις για λίγο ότι δεν σε κυνηγά κανείς. Ούτε λογαριασμός, ούτε ενοίκιο, ούτε δόση, ούτε τιμολόγιο.
Και τώρα, ακόμα κι εκεί, ο τιμοκατάλογος απλώνεται πάνω στην άμμο σαν σκιά.
Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα οι ελεύθερες παραλίες. Γιατί αν χαθεί και αυτό, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για ακριβές ξαπλώστρες. Θα μιλάμε για μια χώρα που κατάφερε να κάνει πολυτέλεια ακόμα και το να βρέξεις τα πόδια σου στη θάλασσα.
