Αποσκευή που χάθηκε ή καθυστέρησε – Οι προθεσμίες που δεν πρέπει να περάσουν
Η χαμένη ή καθυστερημένη βαλίτσα δηλώνεται άμεσα. Αποδείξεις, ετικέτες και έγγραφες απαιτήσεις προστατεύουν το δικαίωμα αποζημίωσης κάθε επιβάτη στη συνέχεια.
Η βαλίτσα που δεν εμφανίζεται στον ιμάντα πρέπει να δηλωθεί πριν ο επιβάτης φύγει από το αεροδρόμιο, ώστε να καταγραφεί επίσημα η καθυστέρηση ή η απώλειά της. Η αναφορά στο αρμόδιο γραφείο της αεροπορικής ή του φορέα επίγειας εξυπηρέτησης δημιουργεί τον απαραίτητο αριθμό υπόθεσης.
Το έγγραφο αναφοράς αποσκευής, γνωστό ως PIR, δεν αντικαθιστά πάντοτε την έγγραφη απαίτηση προς την αεροπορική εταιρεία. Ο ταξιδιώτης πρέπει να ακολουθήσει και τη διαδικασία που προβλέπει ο μεταφορέας κρατώντας την κάρτα επιβίβασης, την ετικέτα της βαλίτσας και κάθε σχετική επικοινωνία.
Σε περίπτωση καθυστέρησης μπορούν να ζητηθούν εύλογα έξοδα για είδη πρώτης ανάγκης όπως βασικά ρούχα και προϊόντα προσωπικής υγιεινής. Οι αποδείξεις είναι καθοριστικές επειδή η εταιρεία εξετάζει αν οι αγορές ήταν αναγκαίες και ανάλογες με τη διάρκεια της αναμονής. Η έγγραφη απαίτηση για καθυστερημένη αποσκευή πρέπει να υποβληθεί το αργότερο μέσα σε 21 ημέρες από την παράδοσή της.
Αν η βαλίτσα παραδοθεί με ζημιά, η διαμαρτυρία πρέπει να γίνει γραπτώς μέσα σε επτά ημέρες από την παραλαβή. Φωτογραφίες πριν από την επισκευή και έγγραφα για την αξία της αποσκευής ή των αντικειμένων ενισχύουν το αίτημα.
Μια αποσκευή θεωρείται χαμένη όταν η εταιρεία το αναγνωρίσει ή όταν δεν έχει φτάσει μετά την προβλεπόμενη περίοδο των 21 ημερών. Η ευθύνη της αεροπορικής περιορίζεται από τη Σύμβαση του Μόντρεαλ σε ποσό που υπολογίζεται σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα και επομένως δεν είναι ένα μόνιμο σταθερό ποσό σε ευρώ.
Αν μεταφέρονται αντικείμενα μεγάλης αξίας, μπορεί να χρειάζεται ειδική δήλωση και πρόσθετη χρέωση πριν από την πτήση. Χρήματα, κοσμήματα και κρίσιμα έγγραφα είναι ασφαλέστερο να παραμένουν στη χειραποσκευή σύμφωνα με τους κανόνες ασφαλείας.
