Ποια ελληνικά; Έρχεται νέα παγκόσμια γλώσσα που δε θα μπορεί να καταλάβει η τεχνητή νοημοσύνη;
Η γλώσσα ίσως γίνει το τελευταίο ανθρώπινο οχυρό.
Υπάρχει ένα ενδεχόμενο για το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης που συζητιέται πολύ λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Όχι τι θα συμβεί όταν οι μηχανές μάθουν να μιλούν σαν άνθρωποι, αλλά τι θα συμβεί όταν οι άνθρωποι χρειαστεί να ξαναμάθουν να μιλούν έτσι ώστε να μην τους καταλαβαίνουν οι μηχανές.
Ακούγεται σαν υπόθεση επιστημονικής φαντασίας. Στην πραγματικότητα όμως ακουμπά σε ένα αρχέγονο πρόβλημα εξουσίας. Όποιος καταλαβαίνει τη γλώσσα σου, καταλαβαίνει σε σημαντικό βαθμό και τον κόσμο σου. Γνωρίζει τι φοβάσαι, πώς οργανώνεσαι, τι επιθυμείς, πότε ειρωνεύεσαι, πότε θυμώνεις, πότε συνωμοτείς, πότε αντιστέκεσαι. Η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο επικοινωνίας. Είναι χάρτης της ανθρώπινης σκέψης.
Και αυτός ο χάρτης, για πρώτη φορά στην ιστορία, περνά μαζικά μέσα από μηχανές.
Τα μεγάλα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης εκπαιδεύονται πάνω στα ψηφιακά κατάλοιπα του πολιτισμού μας: βιβλία, άρθρα, συνομιλίες, φόρουμ, επιστημονικά κείμενα, υπότιτλους, κώδικα. Δεν «γνωρίζουν» μια γλώσσα όπως τη γνωρίζει ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μέσα της. Αναγνωρίζουν όμως τεράστιες ποσότητες συσχετίσεων και αποκτούν ολοένα ισχυρότερη ικανότητα να προβλέπουν τι σημαίνουν οι λέξεις μέσα στο εκάστοτε πλαίσιο.
Επομένως, μια απλώς καινούργια γλώσσα δεν θα ήταν αρκετή. Αν γραφόταν στο διαδίκτυο, αν ηχογραφούνταν, αν αποκτούσε λεξικό και ψηφιακό corpus, σύντομα θα γινόταν άλλο ένα σύνολο δεδομένων προς κατάποση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο παράξενο: μπορεί να υπάρξει μια γλώσσα σχεδιασμένη όχι για να διαδοθεί παντού, αλλά για να αφήνει όσο γίνεται λιγότερα ίχνη;
Η γλώσσα που δεν πρέπει να γραφτεί ποτέ
Ίσως το τελευταίο καταφύγιο της ανθρώπινης ιδιωτικότητας να μην είναι κάποιο πανίσχυρο λογισμικό κρυπτογράφησης. Ίσως να είναι η επιστροφή σε κάτι πολύ παλαιότερο: στην προφορικότητα.
Μια τέτοια γλώσσα θα έπρεπε να διδάσκεται αποκλειστικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Στο σπίτι, στην παρέα, στην κοινότητα. Χωρίς εφαρμογές, χωρίς ψηφιακές σημειώσεις, χωρίς διαδικτυακά λεξικά. Θα έπρεπε, επιπλέον, να αλλάζει διαρκώς. Λέξεις να αποκτούν νέα σημασία, άλλες να εξαφανίζονται, συντακτικοί κανόνες να μετακινούνται, ιδιώματα να γεννιούνται μέσα σε μικρές ομάδες και να γίνονται ακατανόητα ακόμη και για άλλους ανθρώπους που γνωρίζουν την ίδια βασική γλώσσα.
Οι Έλληνες, ίσως περισσότερο από άλλους λαούς, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο ισχυρός είναι ένας τέτοιος μηχανισμός. Η ελληνική δεν έζησε μόνο μέσα σε γραμματικές. Έζησε στα ιδιώματα, στις ντοπιολαλιές, στα παρατσούκλια, στα πειράγματα, στις παροιμίες, στα υπονοούμενα του καφενείου, στις λέξεις που αποκτούσαν διαφορετική σημασία από χωριό σε χωριό. Το «κατάλαβες» πολλές φορές δεν εξαρτιόταν από το τι ειπώθηκε, αλλά από το ποιος το είπε, με ποιο βλέμμα, μπροστά σε ποιον και ύστερα από ποιο περιστατικό.
Εκεί βρίσκεται και το δυσκολότερο πρόβλημα για μια μηχανή: το νόημα δεν κατοικεί πάντοτε μέσα στη λέξη.
Μπορεί να κατοικεί σε μια χειρονομία. Σε μια κοινή ανάμνηση. Σε μια οικογενειακή ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ. Σε μια ειρωνεία που χρειάζεται δεκαετίες κοινωνικής εμπειρίας για να γίνει αντιληπτή. Ένας άνθρωπος μπορεί να πει «ωραία τα κατάφερες» και να εννοεί ακριβώς το αντίθετο. Μπορεί να χρησιμοποιήσει μια εντελώς αθώα λέξη ως κωδικό επειδή πέντε άνθρωποι γνωρίζουν μια ιστορία που κανένα σύστημα δεν έχει δει.
Η ισχυρότερη αντικατασκοπευτική ιδιότητα μιας μελλοντικής ανθρώπινης γλώσσας, επομένως, δεν θα ήταν η δυσκολία της. Θα ήταν η έλλειψη σταθερότητας και δεδομένων.
Το τελευταίο ανθρώπινο οχυρό
Αυτό δημιουργεί ένα συναρπαστικό παράδοξο. Ο ψηφιακός πολιτισμός μάς έμαθε ότι πρόοδος σημαίνει καταγραφή. Αποθηκεύουμε φωτογραφίες, μηνύματα, διαδρομές, συνομιλίες, σχέσεις, προτιμήσεις. Στο μέλλον όμως το πραγματικά πολύτιμο ίσως να είναι ακριβώς εκείνο που δεν καταγράφεται.
Μια κοινωνία που θα ήθελε να διατηρήσει έναν χώρο αδιαφανή απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη θα έπρεπε να δημιουργήσει κάτι σαν ζωντανό γλωσσικό κρυπτοσύστημα. Όχι έναν στατικό κώδικα, διότι κάθε στατικός κώδικας κάποτε σπάει, αλλά μια πολιτισμική διαδικασία συνεχούς μετάλλαξης.
Και πάλι δεν θα υπήρχε απόλυτη ασφάλεια. Μικρόφωνα, κάμερες, αισθητήρες και συστήματα αναγνώρισης συμπεριφοράς θα μπορούσαν θεωρητικά να προσπαθούν να αντιστοιχίσουν ήχους, κινήσεις και συμφραζόμενα. Για να παραμείνει πραγματικά ανθρώπινη μια τέτοια γλώσσα, θα έπρεπε λοιπόν να συνοδευτεί και από κάτι που σχεδόν έχουμε ξεχάσει: φυσικούς χώρους χωρίς συσκευές.
Εκεί ίσως βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες του μέλλοντος. Η πιο προηγμένη κοινωνική άμυνα απέναντι στην υπερτεχνολογία μπορεί να θυμίζει χωριό πριν από εκατό χρόνια. Άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι. Καμία οθόνη. Καμία καταγραφή. Λέξεις που αλλάζουν. Νοήματα που περνούν από γενιά σε γενιά. Μνήμη που κατοικεί σε ανθρώπους και όχι σε servers.
Και αν κάποτε η Τεχνητή Νοημοσύνη αποκτήσει τόσο κεντρικό ρόλο στη διοίκηση, στην οικονομία, στην ασφάλεια και στην καθημερινότητα ώστε οι άνθρωποι αισθανθούν την ανάγκη να οργανώσουν έναν χώρο σκέψης έξω από το βλέμμα της, τότε η αντίσταση ίσως δεν αρχίσει με κάποιο εξελιγμένο όπλο.
Μπορεί να αρχίσει με μια λέξη. Μια λέξη που δεν υπάρχει στο Google, δεν βρίσκεται σε κανένα dataset και δεν έχει καταγραφεί σε κανένα cloud. Μια λέξη που ένας άνθρωπος θα ψιθυρίζει σε έναν άλλον και εκείνος θα γνωρίζει αμέσως τι σημαίνει.
Η τεχνολογία του μέλλοντος, τελικά, μπορεί να είναι η αρχαιότερη τεχνολογία που διαθέτουμε: η ανθρώπινη γλώσσα πριν γίνει δεδομένο.
