Πριν από τη γόμα έσβηναν το μολύβι με ψωμί και το δίδασκαν στους ζωγράφους
Πριν εμφανιστεί η γόμα από καουτσούκ, η ψίχα ψωμιού χρησίμευε για να σβήνουν γραμμές μολυβιού. Μια τεχνική που καταγράφεται ήδη σε εγχειρίδια ζωγραφικής του 17ου αιώνα.
Σήμερα, όταν κάνεις λάθος με το μολύβι, ψάχνεις μια γόμα. Πριν από μερικούς αιώνες, όμως, μπορούσες να χρησιμοποιήσεις κάτι από το τραπέζι της κουζίνας. Λίγη ψίχα ψωμιού. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ήταν ένας πραγματικός τρόπος να σβήνουν γραμμές από το χαρτί.
Δεν ήταν απλώς ένα πρόχειρο κόλπο. Το 1684, ο Γάλλος ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης Ροζέ ντε Πιλ περιέγραφε σε εγχειρίδιο σχεδίου πώς μπορούσε κανείς να διορθώσει ένα λάθος τρίβοντας απαλά το χαρτί με ψίχουλα. Η τεχνική περνούσε έτσι και στους ανθρώπους που μάθαιναν ζωγραφική.
Και δεν χρησιμοποιούσαν απαραίτητα φρέσκο ψωμί. Άλλα εγχειρίδια προτιμούσαν το μπαγιάτικο, επειδή το φρέσκο μπορούσε να αφήσει λιπαρά σημάδια. Σε εργαστήρια ζωγράφων, σχεδιαστών και άλλων τεχνιτών, το ψωμί βοηθούσε να καθαρίσουν περιττές γραμμές, χωρίς να ξαναρχίσουν ολόκληρο το σχέδιο.
Η Κατρίν Περό έδινε αντίστοιχες οδηγίες το 1686 σε βιβλίο για μικρογραφίες λουλουδιών και πουλιών. Και σε εγχειρίδιο του 1743 το μπαγιάτικο ψωμί εμφανίζεται ως μέσο αφαίρεσης περιττών γραμμών. Δεν μιλάμε για ιδιοτροπία ενός καλλιτέχνη αλλά για τεχνική που χρησιμοποιήθηκε επί πολλές γενιές.
Η συνήθεια ήταν γνωστή και έξω από την Ευρώπη. Στον αρχαιολογικό χώρο του Τζέιμσταουν, στη Βιρτζίνια, έχουν βρεθεί 22 παλιά μολύβια, από τα οποία 13 συνδέονται με τις αρχές του 17ου αιώνα. Το μουσείο του χώρου εξηγεί ότι για τα σημάδια του γραφίτη αρκούσαν λίγα ψίχουλα ψωμιού.
Το μυστικό βρισκόταν στη μαλακή ψίχα. Με προσεκτικό τρίψιμο μπορούσε να απομακρύνει μέρος του γραφίτη που είχε μείνει πάνω στις ίνες του χαρτιού. Δεν έσβηνε, βέβαια, κάθε γραμμή τέλεια. Άφηνε συχνά υπολείμματα, ενώ η υγρασία και το λίπος μπορούσαν να δημιουργήσουν καινούργια σημάδια.
Η γόμα που κόστιζε τρία σελίνια
Το 1770 εμφανίζεται μια συναρπαστική λεπτομέρεια. Ο Άγγλος επιστήμονας Τζόζεφ Πρίστλεϊ περιέγραψε ένα υλικό που αφαιρούσε πολύ καλά τα ίχνη του μολυβιού. Ήταν φυσικό καουτσούκ. Μάλιστα ανέφερε και πού μπορούσε να το αγοράσει κάποιος, από τον κατασκευαστή επιστημονικών οργάνων Έντουαρντ Νερν στο Λονδίνο.
Η τιμή μόνο μικρή δεν ήταν. Ένα κυβάκι με πλευρά περίπου 1,3 εκατοστά κόστιζε τρία σελίνια. Ο πωλητής υποστήριζε ότι θα κρατούσε για χρόνια. Ήταν μια εντυπωσιακή υπόσχεση σε σύγκριση με το ψωμί, που στέγνωνε, χαλούσε και έπρεπε να αντικαθίσταται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος ξύπνησε ένα πρωί το 1770 και εφηύρε μόνος του τη γόμα. Ο Πρίστλεϊ κατέγραψε μια χρήση του καουτσούκ που ήδη προσφερόταν στην αγορά. Χρειάστηκε επιπλέον χρόνος ώσπου το υλικό να βελτιωθεί και οι γόμες να γίνουν καθημερινό, φθηνό αντικείμενο.
Το 1858 ο Χάιμεν Λίπμαν κατοχύρωσε στη Φιλαδέλφεια, στις ΗΠΑ, μολύβι με ενσωματωμένη γόμα. Η πατέντα αργότερα ακυρώθηκε, αλλά ο συνδυασμός έγινε πολύ γνωστός.
Ακόμη κι όταν το καουτσούκ διαδόθηκε, το ψωμί δεν εξαφανίστηκε αμέσως από τα καλλιτεχνικά εργαστήρια. Σήμερα, πάντως, οι συντηρητές παλιών εγγράφων το αποφεύγουν, επειδή τα ψίχουλα και τα λιπαρά κατάλοιπα μπορούν να βλάψουν το χαρτί. Λίγα ψίχουλα ψωμιού μπορούσαν τότε να διορθώσουν ένα λάθος.
