Η αληθινή ιστορία πίσω από τους Peaky Blinders είναι πιο σκληρή από τη σειρά
Οι πραγματικοί Peaky Blinders δεν ήταν οι στιλάτοι αντιήρωες της τηλεόρασης, αλλά βίαιες συμμορίες δρόμου που γεννήθηκαν στη φτώχεια του Μπέρμιγχαμ.
Οι Peaky Blinders έγιναν παγκόσμιος μύθος μέσα από την τηλεοπτική σειρά, με κοστούμια, καπέλα, σκοτεινά σοκάκια και τον Τόμι Σέλμπι να κινείται σαν βασιλιάς του υποκόσμου. Η πραγματική ιστορία όμως ήταν πολύ λιγότερο γοητευτική και πολύ πιο βρόμικη. Δεν είχε ήρωες. Είχε νεαρούς άνδρες που μεγάλωναν μέσα στη φτώχεια του Μπέρμιγχαμ και χρησιμοποιούσαν τη βία για να επιβληθούν στον δρόμο.
Το Μπέρμιγχαμ του τέλους του 19ου αιώνα δεν ήταν η λαμπερή πόλη που φαντάζεται κάποιος σήμερα. Σε πολλές γειτονιές υπήρχαν μικρά σπίτια χτισμένα πλάτη με πλάτη, αυλές γεμάτες κόσμο, εργαστήρια, εργοστάσια, καπνός και δρόμοι όπου οι φτωχοί ζούσαν σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλον. Σε τέτοια στενά μεγάλωσαν οι συμμορίες που αργότερα θα γίνονταν γνωστές με το όνομα Peaky Blinders.
Ο ιστορικός Καρλ Τσιν έχει μελετήσει για χρόνια αυτούς τους ανθρώπους και το κάνει με έναν λόγο παραπάνω. Ο προπάππος του, Έντουαρντ Ντέρικ, ήταν ένας από αυτούς. Όχι ένας ρομαντικός κακοποιός σαν τους τηλεοπτικούς ήρωες, αλλά ένας βίαιος άνδρας που καταδικάστηκε για επιθέσεις, μικροκλοπές και κακοποίηση. Η οικογενειακή μνήμη του Τσιν δεν μιλά για θρύλους. Μιλά για φόβο μέσα στο σπίτι.
Αυτό είναι ένα από τα σημεία που χαλάνε τον μύθο. Οι πραγματικοί Peaky Blinders δεν ήταν μια οργανωμένη οικογένεια με πολιτική δύναμη και μεγάλο σχέδιο κατάκτησης. Ήταν κυρίως συμμορίες δρόμου, δεμένες με γειτονιές, παμπ, αυλές και στενά. Πολλοί δούλευαν κανονικά την ημέρα, αλλά το βράδυ έβγαιναν στον δρόμο για καβγάδες, εκφοβισμό και μικροεγκλήματα.
Η επίθεση που έβαλε το όνομα στις εφημερίδες
Μία από τις πιο γνωστές στιγμές της αληθινής ιστορίας έγινε το 1890, έξω από την παμπ Rainbow, στην περιοχή Ντέριτεντ του Μπέρμιγχαμ. Εκεί ένας νεαρός, ο Τζορτζ Ίστγουντ, μπήκε για να πιει τζίντζερ μπίρα. Ήταν άνθρωπος που δεν έπινε αλκοόλ και αυτό στάθηκε αρκετό για να γίνει στόχος.
Τρεις άνδρες με κακή φήμη τον κορόιδεψαν μέσα στην παμπ. Ανάμεσά τους ήταν ο Τόμας Μάκλοου και ένας άνδρας με το επώνυμο Γκρουμ. Η ένταση έδειξε για λίγο να πέφτει. Ο Ίστγουντ νόμιζε ότι μπορούσε να φύγει με ασφάλεια.
Δεν πρόλαβε.
Λίγο πιο κάτω, κάτω από τις σιδηροδρομικές καμάρες, οι άνδρες τον περίμεναν μέσα στο σκοτάδι. Τον χτύπησαν με μπουνιές, κλωτσιές και ζώνες με βαριές μεταλλικές αγκράφες. Η επίθεση ήταν τόσο άγρια που ο Ίστγουντ έμεινε για εβδομάδες στο νοσοκομείο. Οι εφημερίδες της εποχής συνέδεσαν την επίθεση με τη συμμορία των Peaky Blinders και αυτή θεωρείται μία από τις πρώτες φορές που το όνομα εμφανίστηκε στον Τύπο.
Η ιστορία αυτή δείχνει κάτι απλό και σκληρό. Οι Peaky Blinders δεν τρόμαζαν μόνο τους αντιπάλους τους. Τρόμαζαν και απλούς ανθρώπους που έτυχε να βρεθούν μπροστά τους.
Ο πιο διάσημος μύθος γύρω από αυτούς λέει ότι έραβαν ξυράφια στα γείσα των καπέλων τους και τα χρησιμοποιούσαν σαν όπλα. Η εικόνα είναι δυνατή, αλλά οι ιστορικοί τη θεωρούν σε μεγάλο βαθμό μύθο. Τα ξυράφια ασφαλείας δεν ήταν φθηνά και διαδεδομένα στην Αγγλία εκείνης της περιόδου, ενώ πρακτικά θα ήταν δύσκολο να χρησιμοποιηθούν έτσι χωρίς να τραυματιστεί και ο ίδιος ο δράστης.
Η πιο απλή εξήγηση είναι ότι το όνομα είχε σχέση με το στιλ τους. Φορούσαν καπέλα με γείσο, είχαν κοντά μαλλιά, ήθελαν να δείχνουν καλοντυμένοι μέσα στη φτώχεια τους και το blinder στη γλώσσα του Μπέρμιγχαμ μπορούσε να σημαίνει κάτι εντυπωσιακό. Δεν ήταν όμως οι κομψοί εγκέφαλοι του εγκλήματος που έδειξε η μυθοπλασία. Ήταν συχνά φτωχοί, άγριοι και βρόμικοι από τη ζωή του δρόμου.
Οι δρόμοι που τους γέννησαν
Οι συμμορίες του Μπέρμιγχαμ δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά. Από τη δεκαετία του 1860 και μετά, πολλές μεγάλες βρετανικές πόλεις άρχισαν να έχουν σοβαρό πρόβλημα με νεαρές συμμορίες. Στο Μάντσεστερ, στο Σάλφορντ, στο Λίβερπουλ και σε σημεία του Λονδίνου, οι φτωχές γειτονιές είχαν δικούς τους σκληρούς νεαρούς.
Στο Μπέρμιγχαμ, οι δρόμοι είχαν σχεδόν προσωπική σημασία. Για ανθρώπους που δεν είχαν περιουσία, η γειτονιά ήταν το μόνο πράγμα που ένιωθαν δικό τους. Η πίστη στον δρόμο γινόταν ταυτότητα. Και όταν η αστυνομία προσπαθούσε να διαλύσει συγκεντρώσεις, παιχνίδια με κέρματα και παράνομους καβγάδες, πολλοί νέοι δεν έκαναν πίσω. Αντίθετα, ενώθηκαν σε ομάδες.
Οι παμπ έπαιζαν μεγάλο ρόλο. Δεν ήταν πάντα απλώς μέρη για ποτό. Σε πολλές πίσω γειτονιές λειτουργούσαν σαν σημεία συνάντησης, σαν μικρά κέντρα για κάθε ομάδα. Εκεί έβρισκες φίλους, εχθρούς, πληροφορίες, καβγάδες και προστασία.
Οι Peaky Blinders είχαν και δικά τους σημάδια στην εμφάνιση. Καπέλα, πανωφόρια, μαντίλια στον λαιμό, μπότες και ρούχα που προσπαθούσαν να δείξουν κύρος. Αυτό τους έκανε αναγνωρίσιμους. Η μόδα τους όμως δεν πρέπει να μπερδεύεται με δύναμη. Πολλοί από αυτούς παρέμεναν πάμφτωχοι μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Η τηλεοπτική σειρά τοποθέτησε την ιστορία κυρίως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αληθινή περίοδος των Peaky Blinders όμως ήταν νωρίτερα, κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Μέχρι τη δεκαετία του 1920, οι αυθεντικές συμμορίες είχαν πια υποχωρήσει ή αλλάξει μορφή. Άλλοι εγκληματίες και άλλες ομάδες πέρασαν στο προσκήνιο.
Πώς καθάρισε το Μπέρμιγχαμ από τις συμμορίες
Η πτώση τους δεν έγινε σε μία νύχτα. Ήρθε από πολλές πλευρές μαζί. Η αστυνομία του Μπέρμιγχαμ άρχισε να αλλάζει, ειδικά μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον Τσαρλς Χότον Ράφτερ στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Ράφτερ ήθελε πιο δυνατή αστυνόμευση, περισσότερους αστυνομικούς και αυστηρότερες ποινές για επιθέσεις εναντίον αστυνομικών.
Οι νέοι αστυνομικοί έβγαιναν συχνά σε ζευγάρια στις δύσκολες γειτονιές. Ήταν πιο γυμνασμένοι, εκπαιδεύονταν στη φυσική σύγκρουση και δεν άφηναν εύκολα τις συμμορίες να κάνουν επίδειξη δύναμης. Αυτό σήμερα ακούγεται σκληρό, όμως για πολλούς φτωχούς κατοίκους της εποχής σήμαινε κάτι πολύ απλό. Λιγότερο φόβο στον δρόμο.
Την ίδια ώρα άρχισαν να εμφανίζονται και άλλες διέξοδοι για τους νέους. Εκκλησίες, κοινωνικές ομάδες, λέσχες, ποδόσφαιρο και πυγμαχία έδωσαν σε πολλά παιδιά έναν άλλο τρόπο να ανήκουν κάπου. Η πυγμαχία ειδικά έπαιξε μεγάλο ρόλο, γιατί μετέτρεπε την ωμή βία του δρόμου σε αγώνα με κανόνες.
Το ποδόσφαιρο έκανε κάτι επίσης σημαντικό. Αντί να πολεμούν δρόμος με δρόμο, οι νέοι μπορούσαν να παίζουν ομάδα με ομάδα. Δεν εξαφανίστηκε η βία, αλλά άλλαξε ο τρόπος που ένα παιδί μπορούσε να νιώσει δύναμη, παρέα και ταυτότητα.
Το Steelhouse Lane Lock Up, το παλιό κρατητήριο του Μπέρμιγχαμ, είναι ένα από τα μέρη που θυμίζουν αυτή την εποχή. Άνοιξε το 1891 και κράτησε μέσα του χιλιάδες ανθρώπους για περισσότερο από έναν αιώνα. Σε κελιά σαν αυτά πέρασαν και μέλη των πραγματικών συμμοριών. Όχι σαν τηλεοπτικοί αντιήρωες, αλλά σαν νεαροί που είχαν χτυπήσει, κλέψει ή τρομοκρατήσει ανθρώπους στις γειτονιές τους.
Το πιο περίεργο με τους Peaky Blinders είναι ότι η σειρά έκανε την πόλη να κοιτάξει ξανά το παρελθόν της. Έδωσε στο Μπέρμιγχαμ διεθνή προσοχή, αλλά ταυτόχρονα έντυσε με στυλ μια ιστορία που στην πραγματικότητα είχε πολύ πόνο. Οι αληθινοί άνθρωποι πίσω από το όνομα δεν ήταν ο Τόμι Σέλμπι και η οικογένειά του. Η οικογένεια Σέλμπι είναι μυθοπλασία.
Η πραγματική ιστορία ήταν πιο μικρή, πιο σκοτεινή και πιο ανθρώπινη. Νεαροί άνδρες σε φτωχούς δρόμους, οικογένειες που φοβούνταν μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, αστυνομικοί που δέχονταν επιθέσεις, γειτονιές που ήθελαν να ζήσουν χωρίς τραμπούκους και μια πόλη που άλλαξε αργά, με κόστος.
Οι Peaky Blinders της σειράς έγιναν σύμβολα στιλ. Οι Peaky Blinders της ιστορίας ήταν προειδοποίηση για το τι συμβαίνει όταν η φτώχεια, η βία, η ανδρική επίδειξη και η ατιμωρησία συναντιούνται στον ίδιο δρόμο.
