Sportime
Άποψη

Έλληνας μέχρι αποδείξεως του… πόθεν έσχες!

Ανδρέας Βρεττάκος
Μεταγωγή προσώπων με καλυμμένα χαρακτηριστικά και τη συνοδεία αστυνομικών, έξω από κτίριο των δικαστικών Αρχών. Πηγή: INTIME.
Πρόσθεσε το Sportime στις αγαπημένες σου πηγές

Η υπόθεση της Pizza Fan, με την εκτιμώμενη ζημιά για το ελληνικό Δημόσιο να ξεπερνά τα 35 εκατομμύρια ευρώ, δεν είναι απλώς ακόμη ένα οικονομικό σκάνδαλο. Είναι μια αφορμή να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αναρωτηθούμε τι ακριβώς θεωρούμε φυσιολογικό σε αυτή τη χώρα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ελληνική Αστυνομία, η έρευνα αποκάλυψε έναν φερόμενο οργανωμένο μηχανισμό απόκρυψης εσόδων μέσω ειδικού λογισμικού, με παραγγελίες που πληρώνονταν κανονικά να εμφανίζονται ως «κεράσματα», χωρίς την έκδοση των αντίστοιχων αποδείξεων. Για την υπόθεση συνελήφθησαν 23 άτομα, ενώ η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 150 εκατομμύρια ευρώ. Οι κατηγορίες θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη, ενώ η εταιρεία έχει επικαλεστεί το ενδεχόμενο σύγχυσης στον υπολογισμό του τζίρου λόγω προωθητικών ενεργειών.

Αλλά ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα δεν αρχίζει και δεν τελειώνει εκεί.

Αρκεί να κοιτάξουμε γύρω μας. Από την κοπέλα που κάνει νύχια στο σπίτι της και δεν δηλώνει όλα όσα εισπράττει, μέχρι το κατάστημα ρούχων που θα μας προσφέρει μια μικρή έκπτωση αν πληρώσουμε μετρητά, χωρίς απόδειξη.

Κάπου ανάμεσα και ο τεχνίτης που θα μας πει «τόσα με απόδειξη, τόσα χωρίς», αλλά και αμέτρητες άλλες καθημερινές συναλλαγές που δεν δηλώνονται ποτέ.

Μικρά ποσά, απλές καθημερινές συνήθειες που συχνά δεν τους δίνουμε σημασία. Μόνο που όταν όλα αυτά προστεθούν, ο λογαριασμός γίνεται πολύ μεγαλύτερος.

Και κάπως έτσι, η φοροδιαφυγή παύει να αντιμετωπίζεται ως παρανομία και μετατρέπεται σε καθημερινή συνήθεια.

Το χειρότερο δεν είναι μόνο ότι συμβαίνει. Είναι ότι έχουμε φτάσει να το θεωρούμε αυτονόητο!

Στην Ελλάδα έχουμε δημιουργήσει μια παράδοξη πραγματικότητα. Εκείνος που αποκρύπτει εισοδήματα μπορεί να εμφανίζεται ως «έξυπνος», ενώ εκείνος που δηλώνει μέχρι το τελευταίο ευρώ αντιμετωπίζεται περίπου ως αφελής.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο αν κάποιος πληρώνεται με μετρητά. Τα μετρητά είναι απολύτως νόμιμα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η απόδειξη εξαφανίζεται και μαζί της εξαφανίζονται οι φορολογικές υποχρεώσεις.

Κάθε τέτοια συναλλαγή, μικρή ή μεγάλη, στερεί χρήματα από τα δημόσια έσοδα. Χρήματα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην υγεία, στην παιδεία, στις υποδομές και στις κοινωνικές παροχές.

Και βέβαια, δεν είναι όλοι οι επαγγελματίες φοροφυγάδες. Υπάρχουν χιλιάδες επιχειρήσεις που πληρώνουν κανονικά φόρους, εισφορές και μισθούς. Αυτές είναι που δέχονται ακόμη ένα χτύπημα από τον αθέμιτο ανταγωνισμό εκείνων που λειτουργούν εκτός κανόνων.

Και ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;

Είναι ο μισθωτός του ιδιωτικού τομέα, ο συνταξιούχος, ο δημόσιος υπάλληλος και κάθε πολίτης που φορολογείται για κάθε ευρώ που κερδίζει, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αποκρύψει μέρος του εισοδήματός του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, που όχι μόνο φορολογούνται στην πηγή, αλλά εξακολουθούν να στερούνται τον 13ο και τον 14ο μισθό, με την επαναφορά τους να προσκρούει διαρκώς στο ζήτημα του δημοσιονομικού κόστους.

Πώς μπορούμε, όμως, να μιλάμε για φορολογική δικαιοσύνη όταν κάποιοι πληρώνουν υποχρεωτικά μέχρι το τελευταίο ευρώ και άλλοι καταφέρνουν να αποκρύπτουν ακόμη και ολόκληρα εισοδήματα;

Πώς γίνεται να μετράμε διαρκώς τα χρήματα που απαιτούνται για μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αλλά να μη δίνουμε την ίδια βαρύτητα στα τεράστια ποσά που χάνονται από τη φοροδιαφυγή;

Και γιατί το βάρος να καταλήγει ξανά και ξανά στις πλάτες των συνεπών φορολογουμένων;

Γιατί η φοροδιαφυγή δεν είναι μαγκιά. Είναι ένας λογαριασμός που στο τέλος πληρώνει κάποιος άλλος.

Κάθε απόδειξη που δεν εκδίδεται, κάθε εισόδημα που αποκρύπτεται και κάθε φόρος που δεν αποδίδεται δημιουργούν ένα κενό. Ένα κενό που περιορίζει τις δυνατότητες του κράτους και επιβαρύνει τελικά ολόκληρη την κοινωνία.

Και όσο μεγαλύτερη γίνεται η ανοχή απέναντι σε αυτή την πρακτική, τόσο βαθύτερη γίνεται η αδικία.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά ηθικό και θρησκευτικό.

Πού πήγαν οι διδαχές μας; Πού πήγε το «Αγαπάτε αλλήλους»; Πώς γίνεται να επικαλούμαστε τις χριστιανικές αξίες, να κάνουμε τον σταυρό μας και την ίδια στιγμή να θεωρούμε εξυπνάδα μια πράξη που μεταφέρει το δικό μας βάρος στον συνάνθρωπό μας;

Και η αγάπη για την πατρίδα; Για το έθνος μας; Πόση αξία έχουν τελικά οι μεγάλες κουβέντες για την Ελλάδα, όταν στην πράξη στερούμε από την ίδια μας τη χώρα πόρους που θα μπορούσαν να στηρίξουν τα νοσοκομεία, τα σχολεία και τους ανθρώπους της;

Γιατί η αγάπη για την πατρίδα δεν αποδεικνύεται μόνο με μια σημαία στο μπαλκόνι ή με έναν εθνικό ύμνο που τραγουδάμε με υπερηφάνεια. Αποδεικνύεται και από το πόσο σεβόμαστε την κοινωνία στην οποία ζούμε.

Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη παρακμή μας. Ότι μάθαμε να υπερασπιζόμαστε τις αξίες μας στα λόγια, αλλά να τις καταπατούμε στην πράξη. Να μιλάμε για πίστη, αλληλεγγύη και φιλοπατρία, αρκεί να μη χρειαστεί να θυσιάσουμε ούτε ένα ευρώ από το προσωπικό μας συμφέρον.

Και όσο θεωρούμε τον φοροφυγά έξυπνο και τον συνεπή φορολογούμενο κορόιδο, τόσο θα μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα που ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε και σε εκείνη που δημιουργούμε καθημερινά.

Γιατί τελικά, Έλληνας δεν αποδεικνύεσαι μόνο από το όνομα, την καταγωγή ή τη σημαία που κρατάς. Αποδεικνύεσαι και από τη στάση σου απέναντι στην ίδια σου την πατρίδα.

Εκτός αν σε αυτή τη χώρα έχουμε φτάσει να είμαστε όλοι υπερήφανοι Έλληνες… μέχρι αποδείξεως του «πόθεν έσχες»!

Άλλες απόψεις

Όλες

Περισσότερα στην κατηγορία

Πρόσφατες απόψεις

Περισσότερα από Ανδρέας Βρεττάκος

Από άλλη κατηγορία

Τελευταία νέα