Ιρλανδικό σποτ παράνοιας: Ζητείται συναίνεση για το φιλί της γιαγιάς!
Είσαι κράτος και δεν σου βρίσκεται κάποια πρόχειρη πανδημία ώστε να ποινικοποιήσεις τις αγκαλιές μεταξύ μελών της οικογένειας; Κανένα πρόβλημα, υπάρχει καλύτερη λύση! Μόνιμη, σίγουρη, εγγυημένη, χωρίς να χρειάζεται να έχεις ανάγκη κάποιον αδέσποτο ιό για να διαλύσεις τους κοινωνικούς δεσμούς. Η μέθοδος είναι απλή: Παίρνεις την ήδη «ξεχειλωμένη» έννοια της παρενόχλησης, και την τραβάς κι άλλο, μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο.
Έπειτα, ξεκινάς μια καμπάνια κατά του βιασμού και αντί να ασχοληθείς με τα πραγματικά αίτια της πανσεξουαλικής αποχαλίνωσης, στρέφεσαι εναντίον του μόνου θεσμού που έχει απομείνει για να την περιορίζει: την παραδοσιακή οικογένεια. Με λίγα λόγια κατηγορείς τον ευεργέτη ως θύτη, καταφέρνοντας το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που (υποτίθεται ότι) στοχεύει η διαφημιστική εκστρατεία σου: αντί να προστατεύεις τα θύματα – τα αφήνεις ακόμα πιο ανυπεράσπιστα.
Και τι κάνεις λοιπόν; Σχεδιάζεις ένα διαφημιστικό όπου παρουσιάζεις την αγκαλιά ή το φιλί του συγγενή ως πράξη που απαιτεί… συναίνεση. Εάν δεν δοθεί αυτή, τότε η χειρονομία αγάπης ισοδυναμεί με ψυχοσωματικό «βιασμό». Αυτό ακριβώς είναι το δίδαγμα μιας τρισάθλιας woke διαφήμισης που προβλήθηκε στην Ιρλανδία, στα πλαίσια καμπάνιας που διοργανώθηκε από το Κέντρο Αντιμετώπισης Βιασμών του Δουβλίνου (DRCC), με τον τίτλο «We-Consent» (συναινούμε).
Τι έδειχνε αυτή η διαφήμιση; Ένα ανδρόγυνο ηλικιωμένων πάνε για επίσκεψη στο σπίτι των δύο εγγονιών τους και χτυπούν το κουδούνι. Το ένα εγγόνι (το αγοράκι) σπεύδει να ανοίξει την πόρτα και αγκαλιάζει χαρούμενο τους παππούδες του. Το άλλο εγγόνι (το κοριτσάκι) στέκεται πιο πίσω αμήχανο, επειδή δεν του αρέσουν οι χειρονομίες οικειότητας.
Τα πρόσωπα του παππού και της γιαγιάς φαίνονται σε γκρο πλαν να πλησιάζουν «απειλητικά» (σε αργή κίνηση) την εγγονή τους για να τη φιλήσουν και να την αγκαλιάσουν, ενώ εκείνη κάνει γκριμάτσες δυσφορίας, σαν να πρόκειται να τη… βασανίσουν. Η διαφήμιση τελειώνει με το σλόγκαν: «Η αγκαλιά δεν είναι αρεστή σε όλους, ακόμα και αν προέρχεται από ανθρώπους που τους αγαπάνε. Άβολο; Ίσως. Σημαντικό; Απόλυτα. Το ‘’We-Consent’’ είναι εδώ για να βοηθήσει».
Φανταστείτε σε τι σουρεαλιστικές καταστάσεις οδηγεί αυτή η διεστραμμένη αποστείρωση της ζωής μας:
«Εγγονούλα μου, έχω την έγκρισή σου να σε φιλήσω στο μάγουλο γιατί σε πεθύμησα ή νιώθεις ‘’απειλή’’ στην τοποθεσία ‘’σπίτι της γιαγιάς’’;»
«Γιε μου, έχω την άδειά σου να σου χαϊδέψω τα μαλλάκια στο κεφάλι ή θα πατήσεις το panic button και θα προσγειωθεί η αντιτρομοκρατική στο σαλόνι μας;»
«Αγάπη μου, αν πλύνεις τα πιάτα σήμερα θα επανεξετάσω το αίτημα σου για άρση μη συναίνεσης»
«Τα ειλικρινά μου συλλυπητήρια, αλλά καταδικάζω τον τελευταίο ασπασμό γιατί ο μακαρίτης εξακολουθεί να μη δίνει συγκατάθεση»
Και άμα το συμφωνητικό αφορά παραπάνω από δύο πρόσωπα, λ.χ. σε ένα οικογενειακό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, πριν μπουν στο σπίτι οι καλεσμένοι ίσως θα πρέπει να καρφιτσώνουν μια κονκάρδα στο πέτο σαν τους Μάρτυρες του Ιεχωβά: συναινώ/δεν συναινώ.
Αλλά να σοβαρευτούμε...
Θυμηθείτε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πόσοι από τους τηλέ - «ειδικούς» παπαγάλιζαν συνεχώς ότι οι παππούδες πρέπει να μείνουν μακριά από τα εγγόνια τους και να μπουν σε οικειοθελή απομόνωση. Αλλά και το αντίθετο: ότι τα εγγόνια πρέπει να ξεχάσουν την αγκαλιά των παππούδων, αν δεν θέλουν να τους στείλουν στον άλλο… κόσμο. Μέχρι και επιδοτούμενο βιβλίο από τον εθνικό μας παραμυθά (τον Τριβιζά) είχε κυκλοφορήσει για να φορτώσει προκαταβολικές ενοχές στα παιδάκια.
Περιττό να επισημάνω τον ξεδιάντροπο ηλικιακό ρατσισμό που εμπνέουν τέτοιου τύπου καμπάνιες σαν την ιρλανδική, όπου οι ηλικιωμένοι παρουσιάζονται σαν απεχθείς «κακοποιητές» που σαλιώνουν τα μάγουλά μας και συνθλίβουν τα παΐδια μας, εκδηλώνουν εκείνη την ακατανόητη «χημική σύναψη» που αποκαλείται αγάπη δίχως να τους εκδώσουμε πρώτα αριθμό πρωτοκόλλου. Διότι είναι απολίτιστα κατάλοιπα μιας «τοξικής» κουλτούρας του παρελθόντος που πρέπει να εκλείψει. Η αθωότητα της συγγενικής αγάπης πρέπει οπωσδήποτε να μολυνθεί από το δηλητήριο της καχυποψίας: εκείνος που αγκαλιάζει να φοβάται ότι θα βρεθεί κατηγορούμενος και εκείνος που (δεν θέλει να) αγκαλιάζεται, να δελεάζεται από τη ναρκισσιστική ντόπα της αυτοθυματοποίησης.
Ακόμα και στο - πλήρως αλωμένο από τον δικαιωματισμό – κράτος της Ιρλανδίας, η διαφήμιση ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Η φυσική εκδήλωση οικογενειακής τρυφερότητας, παρουσιάστηκε ως δυνητική κακοποίηση ή στην καλύτερη περίπτωση ως κοινωνικό παράπτωμα. Ζωντάνεψαν στα μάτια του κοινού οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας όπου κάθε ανθρώπινο άγγιγμα έχει ποινικοποιηθεί και η μόνη σωματική αλληλοεπίδραση γίνεται μέσω εικονικής πραγματικότητας. Κάθε επαφή και πρόστιμο – κάθε αγνή παρόρμηση και «αμαρτία». Μια επιδιωκόμενη κοινωνία απομονωμένων «κυττάρων», ανίκανων να συνθέσουν (κοινωνικούς) ιστούς, ανίκανων να συνθέσουν όργανα (αντίστασης), ανίκανων να συνθέσουν λαϊκό σώμα.
Ο σάλος που προκάλεσε η διαφήμιση παρακίνησε ακόμα και τον Ιρλανδό Υπουργό Δικαιοσύνης, Τζιμ Ο’Κάλαχαν, να τη χαρακτηρίσει ως «ακατάλληλη όσο και εξευτελιστική για τους παππούδες και τις γιαγιάδες», προσπερνώντας το γεγονός ότι το ίδιο το υπουργείο του ήταν χορηγός της κατάπτυστης καμπάνιας. Το σποτ αποσύρθηκε, αλλά το DRCC συνέχισε να το υπερασπίζεται δηλώνοντας ότι «βασίζονταν στην ιδέα ότι τα όρια πρέπει να γίνονται σεβαστά από μικρή ηλικία και ότι πρέπει επίσης να σεβόμαστε τα όρια των άλλων».
Αλλά ποια όρια; Εκείνα τα τεχνητά όρια που συνεχώς επινοεί η δικαιωματιστική «θρησκεία», ώστε να εγκλωβίσει τον κάθε άνθρωπο μέσα σε δεκάδες αόρατα σύνορα, αποξενώνοντάς τον από κάθε φυσική συμπεριφορά, από κάθε αυθορμητισμό, από κάθε ανθρώπινη αντίδραση, από κάθε ανάπτυξη διαπροσωπικού δεσμού και κυρίως από κάθε σκέψη (ακόμα και ίχνος της) να μπει στη θέση του άλλου. Ακόμα και αν δεν μου αρέσουν τα φιλιά και οι αγκαλιές του παππού, ας κάνω μια παραχώρηση για να του δώσω χαρά. Γιατί εκείνος ίσως υποφέρει από μοναξιά και ίσως έχει περισσότερη ανάγκη να εκδηλωθεί θερμά, απ’ ότι έχω εγώ. Αλλά όχι. Αυτά πρέπει να εκλείψουν. Θέλουν άμεση εγγύτητα σε καθετί το ψηφιακό και χαοτική απόσταση σε καθετί το φυσικό. Μια κατάμεστη κοινωνία ξένων, εφαπτόμενων στο δικαίωμα να ξεχωρίζουν – αλλά όχι στο δικαίωμα να αλληλοσυμπληρώνουν τον λόγο που ζουν…
