Δίκη Μαραντόνα: Ο θάνατος του «Ντιεγκίτο» και το σκοτεινό ερώτημα που βαραίνει τους κατηγορούμενους
Ο Μαριάνο Περόνι κατέθεσε στη δίκη για τον θάνατο του Ντιέγκο Μαραντόνα, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε ποτέ πρόσβαση στο σπίτι όπου νοσηλευόταν.
Πόσο μόνος μπορεί να φύγει ένας άνθρωπος που τον λάτρεψαν εκατομμύρια;
Αυτό το ερώτημα αιωρείται βαριά πάνω από τη δίκη για τον θάνατο του Ντιέγκο Μαραντόνα, που συνεχίζεται στο Μπουένος Άιρες. Γιατί ο «Ντιεγκίτο» δεν ήταν απλώς ένας ποδοσφαιριστής. Ήταν ένα παγκόσμιο σύμβολο, μια ατίθαση ιδιοφυΐα, ένας άνθρωπος που έζησε μέσα σε αποθέωση, πάθη, πτώσεις, λατρεία και υπερβολές. Και όμως, το τέλος του γράφτηκε σε ένα νοικιασμένο σπίτι στο Τίγκρε, μόνος στο κρεβάτι του, μακριά από το βουητό των γηπέδων και τις ιαχές που κάποτε τον έκαναν να μοιάζει αθάνατος.
Ο Μαραντόνα πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2020, σε ηλικία 60 ετών, από καρδιοαναπνευστική κρίση σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα. Και πλέον, στο εδώλιο βρίσκονται επτά επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι δικάζονται για «ανθρωποκτονία με υπονοούμενη κακία», δηλαδή για αμέλεια που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τελέστηκε ενώ υπήρχε γνώση ότι μπορούσε να οδηγήσει στον θάνατο. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ποινές που μπορούν να φτάσουν έως και τα 25 χρόνια φυλάκισης.
Στη σημερινή ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ο Μαριάνο Περόνι, συντονιστής νοσηλευτικής για την κατ’ οίκον νοσηλεία του Μαραντόνα. Και τα λόγια του άνοιξαν ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στη δόξα του μύθου και την εγκατάλειψη του ανθρώπου.
«Δεν είχα ποτέ πρόσβαση στο σπίτι, δεν μπήκα ποτέ μέσα. Δεν γνώριζα κανέναν», είπε ο Περόνι, περιγράφοντας μια κατάσταση που προκαλεί αμείλικτα ερωτήματα. Πώς οργανώθηκε μια κατ’ οίκον νοσηλεία για έναν τόσο επιβαρυμένο ασθενή, όταν ο άνθρωπος που είχε συντονιστικό ρόλο δηλώνει πως δεν μπήκε ποτέ στον χώρο όπου βρισκόταν ο Μαραντόνα;
Ο ίδιος κατέθεσε σχεδόν τρεις ώρες και, εμφανώς φορτισμένος, επέμεινε ότι δεν φαντάστηκε ποτέ πως ο Ντιέγκο θα πέθαινε.
«Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι ο Μαραντόνα θα πέθαινε. Δεν φανταζόμουν τον θάνατό του», είπε, πριν λυγίσει συναισθηματικά. Μίλησε για τις γιορτές που πλησίαζαν, για τη βάρδια της Πρωτοχρονιάς που πίστευε ότι θα έκανε δίπλα στον άνθρωπο του οποίου είχε κορνιζαρισμένη φωτογραφία στο δωμάτιό του. «Ήταν το είδωλό μου. Πώς θα μπορούσα να φανταστώ αυτό το μοιραίο αποτέλεσμα;», ανέφερε κλαίγοντας.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η τραγική ειρωνεία. Ο άνθρωπος που είχε αφίσα τον Μαραντόνα στο δωμάτιό του, βρέθηκε σήμερα να καταθέτει στη δίκη για τον θάνατό του. Ο θαυμασμός συγκρούεται με την ευθύνη. Η συγκίνηση με τη δικαστική έρευνα. Το είδωλο με το άψυχο σώμα ενός ανθρώπου που ίσως δεν είχε γύρω του όσα έπρεπε να έχει.
Από την έναρξη της δίκης τον Απρίλιο, αρκετοί εμπειρογνώμονες έχουν ήδη καταθέσει ότι το σπίτι στο οποίο ανάρρωνε ο Μαραντόνα δεν διέθετε βασικό ιατρικό εξοπλισμό και απαραίτητες προμήθειες για κατ’ οίκον νοσηλεία. Αν αυτό επιβεβαιωθεί πλήρως από τη δικαστική διαδικασία, τότε η υπόθεση δεν θα αφορά μόνο πρόσωπα, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα φροντίδας που φέρεται να στάθηκε ανίκανο να προστατεύσει έναν άνθρωπο σε κρίσιμη κατάσταση.
Στο δικαστήριο κατέθεσε και ο Βίκτορ Στινφαλέ, δικηγόρος και φίλος του Μαραντόνα, ο οποίος είχε συμμετάσχει στη συνάντηση όπου αποφασίστηκε η κατ’ οίκον νοσηλεία. Η φράση του ήταν βαριά: «Κάποιοι χειρίστηκαν την κατάσταση πολύ άσχημα».
Δεν είπε απλώς μια διαπίστωση. Περιέγραψε, με λίγες λέξεις, το αίσθημα που ακολουθεί αυτή την υπόθεση από την πρώτη στιγμή. Ότι κάτι δεν πήγε απλώς στραβά. Ότι υπήρξε μια αλυσίδα χειρισμών, παραλείψεων, παρεξηγήσεων ή αδιαφορίας, που οδήγησε στο πιο πικρό φινάλε.
Κατά τη διάρκεια της μακράς ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσαν και οι κατηγορούμενες Αγκουστίνα Κοσάτσοφ, ψυχίατρος, και Νάνσι Φορλίνι, συντονίστρια του παρόχου φροντίδας. Η Φορλίνι υποστήριξε ότι δεν έλαβε ποτέ το αίτημα της Κοσάτσοφ για ασθενοφόρο, κλινικό ιατρό και νευρολόγο για τον Μαραντόνα στο πλαίσιο της κατ’ οίκον νοσηλείας.
Η δίκη συνεχίζεται με δύο ακροάσεις την εβδομάδα και δεν αποκλείεται να παραταθεί πέραν του Ιουλίου.
