Γιατί κοκκινίζουμε όταν ντρεπόμαστε και δεν μπορούμε να κρύψουμε ότι ντρεπόμαστε;
Κανένα άλλο πλάσμα δεν κοκκινίζει όπως ο άνθρωπος.
Υπάρχει ένα ενστικτώδες, αθέλητο, σχεδόν προδοτικό φαινόμενο που κάνει τους ανθρώπους να ξεχωρίζουν από κάθε άλλο πλάσμα: κοκκινίζουν όταν ντρέπονται. Είναι η μόνη συναισθηματική αντίδραση που αποτυπώνεται άμεσα και ορατά στο δέρμα. Κανείς δεν μπορεί να την προσποιηθεί, και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι κανείς δεν μπορεί να την ελέγξει. Το κοκκίνισμα, αυτό το στιγμιαίο «ξεμπρόστιασμα» του εσωτερικού μας κόσμου, είναι σαν ένας προβολέας που φανερώνει τις ενοχές, την αμηχανία ή την απλή αίσθηση ότι βρεθήκαμε στο επίκεντρο. Αλλά πώς και γιατί το σώμα το κάνει αυτό;
Το φαινόμενο ξεκινά από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο ενεργοποιείται σε στιγμές έντασης, ντροπής ή κοινωνικής έκθεσης. Όταν ντρεπόμαστε, ο εγκέφαλος ερμηνεύει την κατάσταση ως απειλή για την κοινωνική μας εικόνα. Σαν αποτέλεσμα, απελευθερώνει αδρεναλίνη – την ίδια ορμόνη που απελευθερώνεται όταν φοβόμαστε. Η αδρεναλίνη προκαλεί διαστολή των αιμοφόρων αγγείων για να αυξηθεί η ροή του αίματος και να προετοιμαστεί το σώμα για αντίδραση. Αυτός ο μηχανισμός επηρεάζει και τα τριχοειδή αγγεία του προσώπου, τα οποία διαστέλλονται απότομα, προκαλώντας την χαρακτηριστική ερυθρότητα στα μάγουλα, το λαιμό ή τα αυτιά.
Το παράδοξο είναι ότι πρόκειται για μια απολύτως άχρηστη φυσιολογική αντίδραση από άποψη επιβίωσης. Δεν μας προστατεύει από κανέναν κίνδυνο. Αντίθετα, μας εκθέτει. Κι όμως, από εξελικτική σκοπιά, το κοκκίνισμα μπορεί να έχει χρησιμεύσει ως ένα εργαλείο κοινωνικής ειλικρίνειας. Όταν κοκκινίζουμε, δεν μπορούμε να πούμε ψέματα. Δεν μπορούμε να κρύψουμε την εσωτερική μας κατάσταση. Έτσι, οι άλλοι αντιλαμβάνονται πως νιώθουμε ενοχές, ντροπή ή μετάνοια – και αυτό μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη και τη συγχώρεση σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Η ντροπή που δεν μπορεί να κρυφτεί, λειτουργεί σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης στις ανθρώπινες σχέσεις.
Ο Κάρολος Δαρβίνος είχε παρατηρήσει ότι το κοκκίνισμα είναι «το πιο περίεργο και μοναδικό από όλα τα ανθρώπινα συναισθηματικά φαινόμενα». Στο βιβλίο του “The Expression of the Emotions in Man and Animals” (1872), αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο σε αυτό, και κατέληξε στο ότι δεν υπάρχει άλλο πλάσμα στη φύση που να παρουσιάζει αυτή την αντίδραση. Είναι ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό, συνδεδεμένο με την αυτοσυνειδησία και τη συνείδηση της κοινωνικής θέσης. Το γεγονός ότι νιώθουμε αμηχανία επειδή οι άλλοι μας βλέπουν αμήχανους δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου η ίδια η προσπάθεια να κρυφτούμε προκαλεί περισσότερο κοκκίνισμα.
Το κοκκίνισμα εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα που είναι πιο ευαίσθητα στην κριτική ή την κοινωνική σύγκριση. Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι άτομα με υψηλή ενσυναίσθηση ή έντονη εσωστρέφεια κοκκινίζουν πιο εύκολα. Υπάρχει επίσης το φαινόμενο του «δευτερογενούς κοκκινίσματος» – όταν κάποιος κοκκινίζει επειδή φοβάται ότι θα κοκκινίσει. Η αναμονή της έκθεσης πυροδοτεί τον ίδιο μηχανισμό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα είδος κοινωνικού φαύλου κύκλου, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αγχώδους διαταραχής ή κοινωνικής φοβίας.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες ψυχολογικές αντιδράσεις, το κοκκίνισμα δεν μπορεί να κατασταλεί συνειδητά. Δεν μπορούμε να «μην κοκκινίσουμε», όπως μπορούμε να καταπιέσουμε ένα δάκρυ ή να ελέγξουμε έναν μορφασμό. Το σώμα, με έναν σχεδόν ειρωνικό τρόπο, παίρνει την πρωτοβουλία να φανερώσει αυτό που προσπαθούμε να κρύψουμε. Κι έτσι, η ντροπή γίνεται θέαμα. Ή ίσως, υπενθύμιση πως όσο κι αν παλεύουμε να κρατήσουμε τον εαυτό μας ανεπηρέαστο, το πρόσωπό μας θα μιλήσει πρώτα.
