Η Μαρουσώ των Ψαρών κρατά ζωντανό τον μοναδικό φούρνο ενός ολόκληρου νησιού
Στα Ψαρά, η κυρία Μαρουσώ συνεχίζει καθημερινά να κρατά ανοιχτό τον μοναδικό φούρνο του νησιού, διατηρώντας γεύσεις, μνήμες και παράδοση.
Στα Ψαρά, πριν ακόμα φανεί καλά το φως, η μέρα ξεκινά από τον φούρνο της κυρίας Μαρουσώς. Σε ένα μικρό νησί με λίγους μόνιμους κατοίκους, η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού δεν είναι απλώς καθημερινή συνήθεια. Είναι σημάδι ότι το νησί συνεχίζει κανονικά τη ζωή του.
Η κάμερα της εκπομπής Όπου Υπάρχει Ελλάδα τη βρήκε εκεί όπου την ξέρουν όλοι. Πίσω από τον πάγκο, δίπλα στα ταψιά, πάνω από το φύλλο που ανοίγει με τα χέρια. Η Γεωργία Μαυρουδή παρουσίασε μια γυναίκα που δεν κρατά μόνο μια επιχείρηση. Κρατά μια μικρή ανάγκη του τόπου, από αυτές που δεν φαίνονται μεγάλες μέχρι να λείψουν.
Η κυρία Μαρουσώ είναι η μοναδική φουρνάρισσα στα Ψαρά. Για όσους μένουν εκεί, ο φούρνος της είναι το μέρος από όπου θα περάσουν για ψωμί, πίτες, γλυκά και μια κουβέντα. Για όσους φτάνουν στο νησί, είναι μια στάση που μοιάζει σχεδόν απαραίτητη, ειδικά για τη μπουγάτσα και τα ψαριανά αρτοσκευάσματα.
Ο φούρνος που άνοιξε ο πατέρας της
Η ιστορία του φούρνου ξεκινά πολύ πριν γίνει η ίδια η ψυχή του. Όπως είπε στην εκπομπή, ο πατέρας της τον έφτιαξε το 1955. Ήταν ο πέτρινος φούρνος της οικογένειας, ένα μικρό κομμάτι δουλειάς και ζωής που πέρασε από γενιά σε γενιά.
Κάποια στιγμή όμως ο φούρνος έκλεισε. Το ψωμί ερχόταν από τη Χίο, κάτι που για ένα ακριτικό νησί σήμαινε εξάρτηση από τα δρομολόγια, τον καιρό και την απόσταση. Για την ίδια, αυτό δεν ήταν ποτέ η σωστή λύση.
Το 1972 ή το 1973, ο άντρας της δέχτηκε να τον ξανανοίξουν. Η πρώτη προσπάθεια δεν πήγε όπως ήθελαν. Οι κάτοικοι συνέχιζαν να παίρνουν ψωμί από τη Χίο και εκείνος γύρισε πάλι στα καράβια, όπως ήταν η δουλειά του.
Όταν αργότερα αρρώστησε, η ιδέα του φούρνου ξαναμπήκε στο σπίτι. Εκείνος δεν ήθελε στην αρχή, γιατί θυμόταν την πικρή εμπειρία. Εκείνη επέμενε. Του έλεγε πως τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Και αυτή τη φορά ήταν.
Για περίπου 20 χρόνια δούλεψαν μαζί. Εκείνη και εκείνος, μέσα στον ίδιο χώρο, στην ίδια καθημερινή κούραση, στο ίδιο πρωινό ξεκίνημα. Ο φούρνος πήγε καλά και έγινε ξανά κομμάτι του νησιού.
Μετά την απώλεια έμεινε μόνη στον πάγκο
Η πιο βαριά στιγμή ήρθε όταν έχασε τον άντρα της. Στην εκπομπή μίλησε με συγκίνηση για την αγάπη που είχαν και για εκείνη τη γλυκόπικρη σκέψη πως ήταν τόσο ευτυχισμένη, που φοβόταν την ίδια την ευτυχία.
Ο φούρνος όμως δεν έσβησε. Πριν φύγει ο άντρας της, της είχε δώσει δύναμη να μη μείνει με σταυρωμένα χέρια. Οι γύρω της αναρωτιούνταν αν θα τα καταφέρει μόνη. Εκείνη απάντησε με τον μόνο τρόπο που ήξερε. Πήγε στον φούρνο και συνέχισε.
Δεν ήταν εύκολο. Η αρχή ήταν πονεμένη, όπως την περιέγραψε η ίδια. Η δουλειά στον φούρνο θέλει σώμα, αντοχή, νύχτες, ζύμωμα, καθάρισμα, ψήσιμο, υπομονή. Σε ένα μικρό νησί δεν υπάρχει πάντα άνθρωπος να σε αντικαταστήσει. Αν δεν ανοίξεις, το καταλαβαίνουν όλοι.
Σήμερα η κυρία Μαρουσώ φτιάχνει ψωμί, πίτες και το ψαριανό μπουρέκι με ντόπιο τυρί. Στον φούρνο της υπάρχουν ακόμα γεύσεις που δένουν με την τοπική παράδοση, όπως αμυγδαλωτά, πικραμύγδαλο, βουτήματα και ψαριανό τριφτοκούλουρο.
Τα Ψαρά είναι νησί με βαριά ιστορία. Η Μαύρη Ράχη, ο Κανάρης, η ναυτική μνήμη και το Ολοκαύτωμα του 1824 υπάρχουν παντού στον τρόπο που μιλά ο τόπος. Όμως η καθημερινή του αντοχή φαίνεται και σε πιο μικρά πράγματα. Σε έναν φούρνο που ανάβει, σε ένα ταψί που βγαίνει, σε μια γυναίκα που δεν άφησε τη δουλειά να χαθεί.
Η ίδια λέει πως αγαπά τον κόσμο και πως ο κόσμος την αγαπά. Αυτό εξηγεί γιατί ο φούρνος της δεν είναι μόνο σημείο για ψώνια. Είναι ένα από τα μέρη όπου οι κάτοικοι νιώθουν ότι υπάρχει ακόμα συνέχεια.
Όταν πιάνει το φύλλο για το μπουρέκι, η ιστορία της φαίνεται στις κινήσεις της. Δεν χρειάζεται μεγάλη κουβέντα. Το τυρί μπαίνει όπως πρέπει, το ταψί γεμίζει, ο φούρνος δουλεύει και το νησί περιμένει πάλι το ψωμί του.
Δείτε το video
