Το πιο επικίνδυνο πείραμα λογοκρισίας όλων των εποχών, Πώς η Κίνα εξαφάνισε τη σφαγή της Τιεν Αν Μεν
Μια σφαγή που σίγησε με αίμα και λησμονή. Το πείραμα της Κίνας να εξαφανίσει την Τιεν Αν Μεν από τη μνήμη του λαού της, και πώς το κατάφερε.
Το πρωί της 4ης Ιουνίου 1989, το Πεκίνο ξυπνά μέσα σε αίμα. Χιλιάδες στρατιώτες έχουν καταλάβει την πλατεία Τιεν Αν Μεν και ανοίγουν πυρ κατά άοπλων φοιτητών που ζητούσαν ελευθερία λόγου και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Τα τανκς δεν σταματούν μπροστά σε τίποτα. Όμως αυτό που ακολούθησε ήταν πιο φρικτό κι από την ίδια τη σφαγή.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν αρκέστηκε στο να εξολοθρεύσει τα σώματα· έβαλε στόχο να εξολοθρεύσει και τη μνήμη. Η επιχείρηση που ξεκίνησε μετά ονομάζεται «η απόλυτη λήθη». Εκατοντάδες δημοσιογράφοι απελάθηκαν, δεκάδες ξένοι ανταποκριτές εξαφανίστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Όλες οι φωτογραφίες, όλα τα πλάνα, κάθε έντυπο, κάθε αρχείο που αφορούσε τη σφαγή, εξαφανίστηκε από τη δημόσια σφαίρα.
Τα σχολικά βιβλία δεν γράφουν τίποτα. Οι νεότερες γενιές στην Κίνα δεν έχουν ιδέα τι έγινε εκείνο το βράδυ. Στην ερώτηση «τι συνέβη το 1989 στην Τιεν Αν Μεν;», οι περισσότεροι φοιτητές απαντούν «τίποτα ιδιαίτερο». Οι γονείς δεν μιλούν, από φόβο. Κι όσοι τολμούν, χάνουν τη δουλειά τους. Ορισμένοι χάνονται και από τον χάρτη.
Η λέξη “Τιεν Αν Μεν” είναι μπλοκαρισμένη από τα κοινωνικά δίκτυα, μαζί με τις φράσεις “4η Ιουνίου”, “Άνδρας με τα Τανκς” και “φοιτητική εξέγερση”. Οι λογοκριτές του καθεστώτος ελέγχουν σε πραγματικό χρόνο αναρτήσεις, συνομιλίες, ακόμα και εικόνες που αναρτώνται διαδικτυακά. Η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου χρησιμοποιείται όχι μόνο για να παρακολουθεί αλλά και για να προλαμβάνει τη μνήμη.
Το “πείραμα λογοκρισίας” της Κίνας δεν ήταν απλώς καταστολή. Ήταν μια απόπειρα να ξαναγραφτεί η Ιστορία, με τρόπο που να την καθιστά άγνωστη στους ίδιους της τους φορείς. Όχι μόνο να απαγορεύσεις να ειπωθεί η αλήθεια – αλλά να κάνεις τον λαό να μην τη θυμάται καν. Και αυτό, ως τώρα, φαίνεται πως πέτυχε.
Η απόλυτη επιτυχία της λογοκρισίας δεν είναι όταν κανείς δεν τολμά να μιλήσει. Είναι όταν κανείς δεν έχει πια τίποτα να πει.
