Φορολογική ενημερότητα: Νέοι όροι για ακίνητα, οφειλές και πληρωμές από το Δημόσιο
Η φορολογική ενημερότητα αλλάζει, με νέους όρους για οφειλές, ακίνητα, παρακρατήσεις και πληρωμές από το Δημόσιο.
Νέο πλαίσιο για τη φορολογική ενημερότητα εφαρμόζει η ΑΑΔΕ, βάζοντας πιο αυστηρούς κανόνες σε όσους έχουν οφειλές και θέλουν να προχωρήσουν σε συναλλαγές με το Δημόσιο ή σε μεταβίβαση ακινήτου. Οι αλλαγές αφορούν κυρίως περιπτώσεις όπου υπάρχουν ληξιπρόθεσμα ή βεβαιωμένα χρέη, με την Εφορία να μπορεί να ενεργοποιεί παρακρατήσεις και συμψηφισμούς πριν δοθεί το αποδεικτικό ενημερότητας.
Σύμφωνα με τις νέες οδηγίες, όταν ένας φορολογούμενος ζητά φορολογική ενημερότητα και παράλληλα έχει οφειλές προς το Δημόσιο, η φορολογική διοίκηση μπορεί να συμψηφίσει ποσά που πρόκειται να εισπράξει. Αυτό σημαίνει ότι χρήματα από πληρωμές του Δημοσίου μπορούν να κατευθυνθούν απευθείας στην κάλυψη χρεών, χωρίς να περιορίζεται η διαδικασία μόνο σε προσωπικές οφειλές. Στον υπολογισμό μπορούν να μπουν και χρέη που προέρχονται από κληρονομιά, καθώς και υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη φορολογία εισοδήματος συζύγου.
Ιδιαίτερο βάρος πέφτει στις μεταβιβάσεις ακινήτων, όπου το νέο πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένη παρακράτηση όταν υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε αναστολή είσπραξης άνω των 50.000 ευρώ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο γενικός κανόνας προβλέπει παρακράτηση του 50% του τιμήματος της μεταβίβασης, με την προϋπόθεση ότι το τίμημα δεν είναι χαμηλότερο από την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Η παρακράτηση μπορεί να φτάσει έως και το συνολικό ύψος της οφειλής, ανάλογα με την περίπτωση.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας φορολογούμενος με χρέη μπορεί να πουλήσει ακίνητο, όμως δεν θα έχει απαραίτητα στη διάθεσή του ολόκληρο το ποσό από την πώληση. Μέρος του τιμήματος, ή ακόμη και ποσό που καλύπτει πλήρως την οφειλή, μπορεί να δεσμευτεί για την Εφορία, ώστε να διασφαλιστούν οι απαιτήσεις του Δημοσίου πριν ολοκληρωθεί η συναλλαγή.
Το νέο πλαίσιο ξεκαθαρίζει και τι ισχύει για διαχειριστές, μετόχους και εταίρους που έχουν αλληλέγγυα ευθύνη για χρέη επιχειρήσεων. Αν η συμμετοχή τους στην εταιρεία τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας τους δεν ξεπερνούσε το 5% σε μη εισηγμένη εταιρεία ή το 0,5% σε εισηγμένη και οι οφειλές είναι ρυθμισμένες ή βρίσκονται σε αναστολή, τότε αυτές οι υποχρεώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της παρακράτησης.
Αν όμως τα ποσοστά συμμετοχής είναι μεγαλύτερα από τα προβλεπόμενα όρια, οι σχετικές οφειλές υπολογίζονται κανονικά. Για ρυθμισμένες οφειλές, η παρακράτηση μπορεί να κυμανθεί από 7% έως 70% του τιμήματος, ενώ για οφειλές σε αναστολή από 7% έως 50%, ανάλογα με τις εγγυήσεις που υπάρχουν και το επίπεδο διασφάλισης του Δημοσίου.
Σε αρκετές περιπτώσεις η ΑΑΔΕ δεν θα εκδίδει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, αλλά βεβαίωση οφειλής. Αυτό θα συμβαίνει κυρίως όταν υπάρχουν ληξιπρόθεσμαχρέη που δεν έχουν ρυθμιστεί ή όταν το ποσό που πρέπει να παρακρατηθεί είναι μεγαλύτερο από το τίμημα της μεταβίβασης. Η βεβαίωση οφειλής θα αποτυπώνει το σύνολο των χρεών και θα επιτρέπει να προχωρήσει η συναλλαγή μόνο με συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Σημαντική αλλαγή υπάρχει και στις πληρωμές από φορείς της ΚεντρικήςΔιοίκησης. Όταν κάποιος πρόκειται να εισπράξει χρήματα από το Δημόσιο και έχει βεβαιωμένες οφειλές, μπορεί να γίνει συμψηφισμός ακόμη και στο 100% της απαίτησης. Με απλά λόγια, το ποσό που θα εισέπραττε μπορεί να παρακρατηθεί ολόκληρο για την κάλυψη χρεών.
Οι μη ληξιπρόθεσμεςοφειλές δεν υπολογίζονται στον γενικό κανόνα της παρακράτησης, μπορούν όμως να συνυπολογιστούν όταν ενεργοποιείται η διαδικασία του συμψηφισμού. Έτσι, η φορολογική ενημερότητα γίνεται πλέον πιο στενά συνδεδεμένη με τη συνολική εικόνα του φορολογούμενου απέναντι στην Εφορία και όχι απλώς με μια τυπική διαδικασία έκδοσης εγγράφου.
