Η νέα αύξηση στα ΚΤΕΛ φορτώνει ξανά το κόστος στον επιβάτη που δεν έχει άλλη λύση
Η νέα αύξηση στα ΚΤΕΛ επιβαρύνει ξανά τον επιβάτη που δεν έχει εναλλακτική μετακίνησης. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στην περιφέρεια, όπου το λεωφορείο παραμένει καθημερινή ανάγκη.
Η αύξηση στα ΚΤΕΛ δεν πέφτει πάνω σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Πρώτα απ όλα πιέζει εκείνον που δεν έχει τρένο, δεν βρίσκει φθηνό αεροπορικό, δεν έχει αυτοκίνητο και δεν έχει ούτε άλλη εταιρεία για να διαλέξει. Γι αυτό το νέο κύμα ανατιμήσεων δεν είναι απλώς μια αλλαγή στις τιμές. Είναι άλλη μία φορά που το κόστος φορτώνεται στον επιβάτη της περιφέρειας, εκεί όπου το λεωφορείο δεν είναι ευκολία αλλά ανάγκη.
Η απόφαση ισχύει ήδη με το ΦΕΚ Β 1258 της 6ης Μαρτίου 2026 και αφορά και τα υπεραστικά και τα αστικά ΚΤΕΛ. Η κυβερνητική πλευρά λέει πως ανέβηκαν οι βασικοί συντελεστές του κόστους, από τα καύσιμα ως τα ανταλλακτικά και την εργασία. Αυτό είναι το επίσημο επιχείρημα. Το θέμα όμως είναι αλλού. Ο πολίτης ακούει ξανά ότι το σύστημα ακριβαίνει, αλλά δεν ακούει με την ίδια καθαρότητα τι στήριξη θα έχει ο ίδιος.
Στη γραμμή Θεσσαλονίκη Αθήνα η νόμιμη ανώτατη τιμή, δηλαδή η διατίμηση, ανέβηκε στα 51,40 ευρώ με ΦΠΑ. Το ίδιο το ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης λέει ότι προς το παρόν κρατά το απλό κανονικό εισιτήριο στα 50 ευρώ, διευκρινίζοντας ότι η πλήρης νόμιμη τιμή είναι πιο πάνω. Πριν από τη νέα αναπροσαρμογή, η ίδια βασική διαδρομή ήταν γύρω στα 45 ευρώ. Για κάποιον που κάνει συχνά αυτό το δρομολόγιο, η διαφορά δεν είναι απλό νούμερο. Είναι βάρος που φαίνεται κάθε μήνα.
Το κόστος της μετακίνησης και η καθημερινή πίεση
Εδώ φαίνεται και η μεγάλη αντίφαση. Το κράτος δέχεται ότι τα ΚΤΕΛ έχουν αυξημένο κόστος και τους ανοίγει τον δρόμο για νέα τιμή. Δεν κινείται όμως με την ίδια ταχύτητα όταν πρέπει να απαντήσει σε κάτι πολύ απλό. Πόσο αντέχει ο άνθρωπος που πάει στη δουλειά του, στο νοσοκομείο, στη σχολή ή στο σπίτι του; Στις μεγάλες πόλεις τα βασικά εισιτήρια σε άλλα μέσα έχουν μείνει σταθερά εδώ και χρόνια. Στα ΚΤΕΛ, που σε πολλές περιοχές είναι σχεδόν η μόνη λύση, η απάντηση είναι πάλι αύξηση.
Και το χτύπημα δεν μένει μόνο στις μεγάλες αποστάσεις. Η ίδια απόφαση ανεβάζει και τα αστικά κόμιστρα των ΚΤΕΛ. Στη ζώνη Α το κανονικό εισιτήριο ορίζεται σε 1,17 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, στη ζώνη Β σε 1,56 ευρώ και στη ζώνη Γ σε 2,05 ευρώ. Πάνω στο χαρτί αυτά μπορεί να φαίνονται μικρά ποσά. Για τον κάτοικο μιας επαρχιακής πόλης που παίρνει το λεωφορείο κάθε μέρα, γίνονται ένα σταθερό έξοδο που μεγαλώνει χωρίς να τον ρωτά κανείς.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που περνά πιο χαμηλά. Δεν πρόκειται για την πρώτη αύξηση. Είχε προηγηθεί και η αναπροσαρμογή του 2024. Αυτό σημαίνει πως μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα τα εισιτήρια των ΚΤΕΛ ανέβηκαν για δεύτερη φορά. Άρα η συζήτηση δεν είναι μόνο αν στέκει ένα ακόμη ποσοστό κοντά στο 10%. Είναι ότι ο λογαριασμός χτίζεται στρώμα στρώμα, ενώ για πολύ κόσμο ο μισθός και το εισόδημα μένουν πίσω.
Η πιο σκληρή πλευρά της υπόθεσης είναι πως το σύστημα αφήνει ένα παράθυρο που λέγεται διατίμηση, δηλαδή ανώτατη νόμιμη τιμή, και μετά η κάθε εταιρεία μπορεί να παρουσιάζει μια χαμηλότερη εμπορική τιμή σαν προσωρινή διευκόλυνση. Έτσι δημιουργείται η εικόνα μιας έκπτωσης, ενώ η βάση έχει ήδη ανέβει. Με απλά λόγια, το ταβάνι ανεβαίνει και ο επιβάτης καλείται να νιώθει και υποχρεωμένος επειδή προς το παρόν δεν έφτασε ακόμη εκεί.
Την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για μεταφορές πιο σύγχρονες και πιο προσβάσιμες, η καθημερινή εικόνα είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο σκληρή. Ο φοιτητής, ο φαντάρος, ο ηλικιωμένος, ο εργαζόμενος που πηγαινοέρχεται σε άλλη πόλη, όλοι βλέπουν το ίδιο πράγμα στο γκισέ. Το λεωφορείο που κάποτε ήταν η πιο λαϊκή μορφή μετακίνησης ακριβαίνει ξανά και ο μόνος που δεν μπορεί να φορτώσει το δικό του κόστος κάπου αλλού είναι ο επιβάτης.
