Υπάρχει «τύπος» για μια σχέση; Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να προβλέψει η επιστήμη
Τα μαθηματικά μελετούν μοτίβα στις σχέσεις, όμως δεν μπορούν να προβλέψουν πλήρως την αγάπη, την εμπιστοσύνη και τις ανθρώπινες επιλογές.
Η ιδέα ότι τα μαθηματικά μπορούν να προβλέψουν πότε αρχίζει ή τελειώνει μια σχέση ακούγεται ελκυστική, επειδή υπόσχεται τάξη σε ένα πεδίο γεμάτο αβεβαιότητα. Η πραγματική αξία τέτοιων προσεγγίσεων βρίσκεται περισσότερο στο ότι βοηθούν να μελετήσουμε μοτίβα παρά στο ότι προσφέρουν βέβαιες απαντήσεις για δύο συγκεκριμένους ανθρώπους.
Οι σχέσεις επηρεάζονται από την επικοινωνία, τις προσδοκίες, τις εμπειρίες, τις συγκρούσεις και τις συνθήκες ζωής. Αυτοί οι παράγοντες δεν παραμένουν σταθεροί και δεν μπορούν να αποτυπωθούν πλήρως σε μία εξίσωση. Ένα μοντέλο μπορεί να περιγράψει πιθανότητες, όμως δεν γνωρίζει τι συμβαίνει σε μια ιδιωτική συζήτηση ή σε μια δύσκολη περίοδο.
Η μαθηματική σκέψη μπορεί παρ’ όλα αυτά να προσφέρει ένα χρήσιμο εργαλείο. Η μελέτη των επαναλαμβανόμενων διαφωνιών, της ισορροπίας ανάμεσα σε θετικές και αρνητικές εμπειρίες και της συνέπειας στη συμπεριφορά δείχνει ότι οι σχέσεις δεν κρίνονται από μία μόνο στιγμή. Η διάρκεια δεν σημαίνει απαραίτητα ποιότητα, όπως και μια κρίση δεν σημαίνει πάντα οριστικό τέλος.
Η αναζήτηση του τέλειου «αλγορίθμου» μπορεί να γίνει παγίδα όταν χρησιμοποιείται για να αποφύγουμε την ευθύνη της επιλογής. Οι άνθρωποι δεν είναι στατιστικά δεδομένα που πρέπει να ταιριάξουν χωρίς προσπάθεια. Η εμπιστοσύνη, ο σεβασμός και η δυνατότητα να διορθώνονται λάθη έχουν μεγαλύτερη αξία από μια πρόβλεψη.
Το ενδιαφέρον της επιστήμης είναι ότι προσφέρει καλύτερες ερωτήσεις. Μας βοηθά να παρατηρούμε τα μοτίβα, να αναγνωρίζουμε τι επαναλαμβάνεται και να κατανοούμε πώς οι αποφάσεις επηρεάζουν το μέλλον. Η αγάπη, όμως, παραμένει ανθρώπινη σχέση και όχι πρόβλημα που λύνεται με έναν αριθμητικό τύπο.
