Sportime

Ένας Γάλλος περιηγητής του 1811 έγραφε για τους νερόμυλους και τις τέχνες των Ελλήνων

Ο A. L. Castellan έβλεπε στις τέχνες της Ανατολής μια ξεχασμένη τεχνική παράδοση που επηρέασε τη Δύση, από τα υφάσματα μέχρι τους μύλους.

Γρηγόρης Κεντητός 5 λεπτά ανάγνωσης
Ένας Γάλλος περιηγητής του 1811 έγραφε για τους νερόμυλους και τις τέχνες των Ελλήνων
Πρόσθεσε το Sportime στις αγαπημένες σου πηγές

Πόσο παράξενη ειρωνεία της ιστορίας. Σε μια εποχή που ο σύγχρονος άνθρωπος καμαρώνει για κάθε ηλεκτρονικό του επίτευγμα σαν να ανακάλυψε εκ νέου τον τροχό, έρχεται ένα παλιό γαλλικό βιβλίο του 1811 να μας θυμίσει ότι οι λεγόμενες «πρωτόγονες» κοινωνίες της Ανατολής έκρυβαν μια σοφία που δεν χωρούσε εύκολα στα σαλόνια της δυτικής αλαζονείας.

Ο Γάλλος περιηγητής A. L. Castellan, στο έργο του Lettres sur la Grèce, l’Hellespont et Constantinople, αφιερώνει την πέμπτη επιστολή του στις «μηχανικές τέχνες των Ανατολιτών», στους νερόμυλους και στους ανεμόμυλους. Και ήδη από τις πρώτες γραμμές του, μοιάζει να κάνει μια παρατήρηση που ακόμη και σήμερα ηχεί σαν επίπληξη: όλοι έψαχναν στην Ελλάδα μνημεία, επιγραφές, αρχαίες πόλεις και στατιστικές παρατηρήσεις, αλλά ελάχιστοι στάθηκαν με σεβασμό μπροστά στην καθημερινή τέχνη των ανθρώπων της.

Γιατί η ιστορία δεν είναι μόνο τα μάρμαρα, οι ναοί και οι επιγραφές. Είναι και το χέρι που υφαίνει. Είναι και ο τροχός που γυρίζει. Είναι και ο νερόμυλος που αλέθει το σιτάρι ενός χωριού. Είναι και ο τεχνίτης που μπορεί να μην άφησε το όνομά του σε κάποια αψίδα θριάμβου, αλλά άφησε πίσω του μια γνώση που έθρεψε γενιές.

Ο Castellan παρατηρεί ότι οι Ευρωπαίοι είχαν περιφρονήσει τα έργα των νεότερων Ελλήνων, των Αρμενίων, ακόμη και των Τούρκων, λες και οι λαοί της Ανατολής δεν είχαν τίποτα να διδάξουν. Κι όμως, ο ίδιος ομολογεί ότι η Ευρώπη χρωστά μεγάλο μέρος των μηχανικών τεχνών της στην Ανατολή. Όχι επειδή οι Ανατολίτες κυνηγούσαν τη ματαιόδοξη επίδειξη της προόδου, αλλά επειδή καλλιεργούσαν την απλότητα, την εμπειρία και τη χρησιμότητα.

Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά που ξεχωρίζει μέσα από το κείμενο. Η δυτική ματιά πολλές φορές αναζητούσε το εντυπωσιακό. Τον άθλο. Το «θαύμα» της μηχανής. Την επίδειξη ισχύος απέναντι στη φύση. Αντίθετα, η ανατολική τέχνη, όπως την περιγράφει ο Γάλλος περιηγητής, δεν είχε ανάγκη να φωνάζει. Υπήρχε για να υπηρετεί. Να αλέθει το σιτάρι, να υφαίνει το ύφασμα, να βάφει το δέρμα, να κατασκευάζει εργαλεία, να ελαφρύνει τον μόχθο.

Η χαμένη σοφία της απλότητας

Στην Ελλάδα, γράφει ο Castellan, συναντά κανείς σε κάθε βήμα την παράδοση των αρχαίων χρήσεων, και ιδίως στις μηχανικές τέχνες. Οι μηχανές που χρησιμοποιούνταν σε αυτά τα μέρη μπορεί να έμοιαζαν απλές, αλλά αυτή η απλότητα δεν ήταν ένδειξη αμάθειας. Ήταν αποτέλεσμα μακράς παρατήρησης, εμπειρίας και ανάγκης.

Πόσο διδακτικό ακούγεται αυτό σήμερα, σε μια εποχή που η πολυπλοκότητα βαφτίζεται πρόοδος και η εξάρτηση βαφτίζεται ευκολία. Ο παλιός νερόμυλος δεν είχε ανάγκη από ψηφιακή επιτήρηση, από ενεργειακά χρηματιστήρια, από τεχνοκρατικές αλυσίδες και από μακρινά κέντρα ελέγχου. Είχε ανάγκη από νερό, πέτρα, ξύλο, γνώση και ανθρώπινο νου.

Και ακριβώς εκεί κρυβόταν η μεγαλοπρέπειά του. Στην ταπεινότητά του.

Ο Castellan σημειώνει ότι, αν μηχανική είναι η τέχνη να αυξάνεις το αποτέλεσμα απλοποιώντας τα αίτια, τότε οι αρχαίοι ίσως την κατανοούσαν καλύτερα από τους νεότερους. Δεν αναζητούσαν ανακαλύψεις για να κολακεύσουν την περηφάνια τους. Αναζητούσαν λύσεις για να υπηρετήσουν τις ανάγκες τους.

Αυτό είναι το σημείο όπου το παρελθόν κοιτάζει το παρόν με μια σχεδόν πικρή ειρωνεία. Οι παλαιοί δεν είχαν την ψευδαίσθηση ότι κάθε νέα μηχανή είναι αυτομάτως πρόοδος. Την έκριναν από το αν υπηρετούσε τον άνθρωπο. Από το αν γλίτωνε κόπο. Από το αν προστάτευε την υγεία. Από το αν έκανε τη ζωή πιο υποφερτή χωρίς να αφαιρεί την ψυχή από την εργασία.

Και ο Γάλλος περιηγητής το λέει ξεκάθαρα: η μηχανική τέχνη είναι ευλογημένη όταν εφαρμόζεται για την ανακούφιση της ανθρωπότητας, για να αποφεύγει ο άνθρωπος τους καταναγκαστικούς κόπους που φθείρουν την υγεία, τις δυνάμεις και την ίδια του την ύπαρξη.

Από τους χειρόμυλους στους νερόμυλους

Στο κείμενο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους μύλους για το άλεσμα του σιταριού. Πριν διαδοθούν οι νερόμυλοι, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν χειρόμυλους, μικρά φορητά εργαλεία που μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες μιας οικογένειας. Στα σπίτια των πλουσίων, αυτή η εργασία φορτωνόταν συχνά σε δούλους. Στα φτωχότερα νοικοκυριά, την έκαναν γυναίκες και παιδιά.

Ύστερα ήρθε η ανάγκη. Και η ανάγκη, όπως πάντα, έγινε η πραγματική μητέρα της εφεύρεσης.

Όταν οι ανάγκες αυξήθηκαν, όταν οι κοινωνίες μεγάλωσαν, όταν οι διανομές ψωμιού και η τροφοδοσία πληθυσμών απαιτούσαν περισσότερη παραγωγή, τα ανθρώπινα χέρια δεν αρκούσαν πια. Τότε αναζητήθηκαν ισχυρότερες και λιγότερο δαπανηρές δυνάμεις. Και έτσι η φύση μπήκε στην υπηρεσία της καθημερινότητας.

Το νερό άρχισε να αλέθει εκεί όπου άλλοτε κουράζονταν τα χέρια. Ο τροχός άρχισε να γυρίζει εκεί όπου άλλοτε έσκυβαν κορμιά. Οι πέτρες άρχισαν να συνθλίβουν τον καρπό με τη δύναμη του ρεύματος.

Ο Castellan παραθέτει μάλιστα την αρχαία παράδοση που συνδέει τους νερόμυλους με τους χρόνους του Αυγούστου, αναφέροντας επίγραμμα όπου οι γυναίκες καλούνται να πάψουν να κουράζουν τα χέρια τους στο άλεσμα, διότι οι Νύμφες των νερών ανέλαβαν πλέον το έργο τους. Είναι μια εικόνα σχεδόν ποιητική: η φύση δεν εμφανίζεται ως εχθρός που πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ως συνεργός που δέχεται να υπηρετήσει τον άνθρωπο.

Αυτό ακριβώς ήταν ο νερόμυλος. Όχι ένα ψυχρό μηχάνημα αποκομμένο από τη ζωή, αλλά μια συμφωνία ανάμεσα στον άνθρωπο και το τοπίο. Το ποτάμι δεν φυλακιζόταν. Οδηγούνταν. Η πέτρα δεν καταργούσε τον μόχθο. Τον ημέρευε. Η μηχανή δεν εξευτέλιζε τον άνθρωπο. Τον ξεκούραζε.

Όσα πήρε η Δύση και ξέχασε να ευχαριστήσει

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της επιστολής είναι η παραδοχή του Castellan ότι πολλές μηχανές και χρήσεις φαίνεται να πέρασαν στη Δύση μέσω της Ανατολής, ιδίως μέσα από τις επαφές με την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Αναφέρει ότι οι Σταυροφόροι, επιστρέφοντας από τις εκστρατείες τους, εισήγαγαν στην πατρίδα τους μηχανές και χρήσεις που στη συνέχεια διατηρήθηκαν και τελειοποιήθηκαν.

Και εδώ ο Γάλλος περιηγητής αγγίζει κάτι που δύσκολα παραδέχεται η αυτάρεσκη νεωτερικότητα: η πρόοδος της Δύσης δεν υπήρξε ποτέ ένα καθαρό, αυτόνομο θαύμα που γεννήθηκε από το μηδέν. Υπήρξε αποτέλεσμα δανείων, μεταφορών, μιμήσεων, παρατηρήσεων και μαθητείας.

Πόσα άραγε από εκείνα που αργότερα παρουσιάστηκαν ως αποκλειστικοί θρίαμβοι του ευρωπαϊκού πνεύματος, είχαν περάσει πρώτα από τα χέρια ανώνυμων τεχνιτών της Ανατολής; Πόσοι νερόμυλοι, πόσοι ανεμόμυλοι, πόσα πηγάδια με τροχούς, πόσες απλές αλλά ευφυείς κατασκευές έγιναν γέφυρες γνώσης, χωρίς ποτέ να στεφανωθούν με δάφνες;

Σχετικά άρθρα

Περισσότερα στην κατηγορία

Πρόσφατα νέα

Περισσότερα από Γρηγόρης Κεντητός

Από άλλη κατηγορία

Τελευταία νέα