Ξύπνησε από το κώμα και νόμιζε ότι κυβερνούσε ακόμα: Κανείς δεν του είπε την αλήθεια
Ο Αντόνιο Σαλαζάρ απομακρύνθηκε από την εξουσία όσο ήταν βαριά άρρωστος. Όταν επανήλθε, κανείς δεν του είπε ότι δεν κυβερνούσε πια.
Ο Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ ξύπνησε από το κώμα χωρίς να ξέρει ότι η εξουσία είχε ήδη φύγει από τα χέρια του. Ο άνθρωπος που κυβέρνησε την Πορτογαλία για 36 χρόνια, έχτισε ένα από τα μακροβιότερα αυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης και έμαθε μια χώρα να λειτουργεί με σιωπή, λογοκρισία και φόβο, έζησε τα τελευταία του χρόνια μέσα σε ένα σκηνικό φτιαγμένο ειδικά για εκείνον.
Δεν του είπαν ότι δεν ήταν πια πρωθυπουργός. Δεν του είπαν ότι ο πρόεδρος Αμέρικο Τομάς τον είχε αντικαταστήσει με τον Μαρσέλο Καετάνο. Δεν του είπαν ότι η Πορτογαλία είχε γυρίσει σελίδα, έστω και μόνο στην κορυφή του ίδιου καθεστώτος. Του άφησαν, αντίθετα, την ψευδαίσθηση ότι συνέχιζε να κυβερνά.
Είναι μια απο τις πιο παράξενες πτυχές του Estado Novo, της δικτατορίας που ο Σαλαζάρ διαμόρφωσε στα μέτρα του από τη δεκαετία του 1930 και που θα έπεφτε οριστικά τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, με την Επανάσταση των Γαριφάλων το 1974.
Η πτώση που άνοιξε το τέλος ενός δικτάτορα
Το καλοκαίρι του 1968 ο Σαλαζάρ ήταν 79 ετών. Βρισκόταν στο Φρούριο του Σάντο Αντόνιο, στο Εστορίλ, όπου περνούσε μέρος των διακοπών του. Εκεί συνέβη το ατύχημα που άνοιξε τον δρόμο για την απομάκρυνσή του.
Η πιο γνωστή εκδοχή λέει ότι έπεσε από μια πάνινη καρέκλα και χτύπησε σοβαρά στο κεφάλι. Υπάρχουν όμως και άλλες μαρτυρίες, που μιλούν για πτώση στο μπάνιο ή για μια καρέκλα που είχε μετακινηθεί από τη συνηθισμένη της θέση. Το βέβαιο είναι ότι ο ίδιος υποτίμησε το περιστατικό, ζήτησε να κρατηθεί μυστικό και συνέχισε για λίγο σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Αυτή η αντίδραση δεν ήταν τυχαία. Ο Σαλαζάρ είχε χτίσει την εικόνα του ψυχρού, λιτού, σχεδόν άφθαρτου ηγέτη. Δεν ήταν ο θεατρικός δικτάτορας με τις μεγάλες κινήσεις και τις στρατιωτικές φιέστες. Ηταν ο καθηγητής, ο λογιστής της εξουσίας, ο άνθρωπος που προτιμούσε τα κλειστά γραφεία από τις πλατείες. Για ένα τέτοιο καθεστώς, η σωματική αδυναμία του αρχηγού δεν ήταν απλή ιατρική πληροφορία. Ηταν πολιτικός κίνδυνος.
Λίγες εβδομάδες αργότερα η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε επέμβαση και στις 16 Σεπτεμβρίου 1968 υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο. Επεσε σε βαθύ κώμα. Οι γιατροί που ενημέρωσαν τον πρόεδρο Τομάς θεωρούσαν ότι, ακόμη κι αν επιβίωνε, δεν θα μπορούσε να κυβερνήσει ξανά.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1968, ο Μαρσέλο Καετάνο ορκίστηκε νέος επικεφαλής της κυβέρνησης. Η Πορτογαλία είχε νέο πρωθυπουργό. Ο Σαλαζάρ, όμως, δεν το έμαθε ποτέ.
Το ψεύτικο γραφείο της εξουσίας
Ο Σαλαζάρ δεν πέθανε αμέσως. Αντίθετα, ανέκτησε ένα μέρος της διαύγειάς του και επέστρεψε στο Παλασέτε ντε Σάο Μπέντο, την κατοικία που είχε συνδεθεί με την εξουσία του. Εκεί άρχισε το πιο παράδοξο κομμάτι της ιστορίας.
Οι άνθρωποι γύρω του φοβήθηκαν ότι η αλήθεια θα τον σκότωνε. Του φέρθηκαν σαν να ήταν ακόμη ο αρχηγός της κυβέρνησης. Του παρουσίαζαν έγγραφα. Του επέτρεπαν να μιλά σαν να διαχειριζόταν ακόμη το κράτος. Δημιουργήθηκε γύρω του μια μικρή σκηνή εξουσίας, ένα θέατρο καθημερινότητας για έναν άνθρωπο που δεν είχε πια πραγματική εξουσία.
Η χώρα γνώριζε ότι κυβερνούσε ο Καετάνο. Οι υπουργοί, οι αξιωματούχοι, οι ξένες κυβερνήσεις, ο Τύπος, όλοι ήξεραν ότι η εποχή Σαλαζάρ είχε τυπικά τελειώσει. Μόνο ο ίδιος ο Σαλαζάρ έμενε έξω από την αλήθεια.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ειρωνεία. Ο δικτάτορας που είχε κυβερνήσει με μηχανισμούς απόκρυψης, λογοκρισίας και ελεγχόμενης πληροφόρησης, έγινε στο τέλος ο πιο προστατευμένος και ταυτόχρονα ο πιο εξαπατημένος άνθρωπος του ίδιου του συστήματός του. Ηταν φυλακισμένος μέσα σε μια εκδοχή της πραγματικότητας που άλλοι επέλεγαν για εκείνον.
Ποιος ήταν ο Σαλαζάρ και γιατί η ιστορία του έχει ακόμη βάρος
Ο Σαλαζάρ δεν ήταν μια συνηθισμένη πολιτική μορφή. Ανέβηκε στην εξουσία ως οικονομολόγος και καθηγητής, πρώτα ως υπουργός Οικονομικών και στη συνέχεια ως επικεφαλής της κυβέρνησης. Από το 1932 μέχρι το 1968 έγινε το κεντρικό πρόσωπο του Estado Novo, ενός αυταρχικού, συντηρητικού και αντικομμουνιστικού καθεστώτος.
Η Πορτογαλία του Σαλαζάρ είχε λογοκρισία, μυστική αστυνομία, πολιτικές διώξεις και περιορισμένες ελευθερίες. Το καθεστώς προέβαλλε τάξη, πίστη, οικογένεια και πατρίδα, αλλά κάτω από αυτή την επιφάνεια υπήρχε μια κοινωνία που έμαθε να προσέχει τι λέει, τι γράφει και σε ποιον μιλά.
Ο Σαλαζάρ κατάφερε επίσης να κρατήσει την Πορτογαλία έξω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παίζοντας λεπτές διπλωματικές ισορροπίες. Αυτή η πλευρά της διακυβέρνησής του συχνά χρησιμοποιήθηκε από υποστηρικτές του για να παρουσιαστεί ως ψυχρός ρεαλιστής. Ομως η μακροβιότητα ενός καθεστώτος δεν αναιρεί τον αυταρχικό του χαρακτήρα.
Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, το βάρος των αποικιακών πολέμων στην Αφρική άρχισε να φθείρει βαθιά την Πορτογαλία. Η Αγκόλα, η Μοζαμβίκη και η Γουινέα-Μπισάου έγιναν μέτωπα ενός πολέμου χωρίς εύκολη διέξοδο. Η κοινωνία άλλαζε, οι νέες γενιές δεν είχαν την ίδια μνήμη της αστάθειας που είχε προηγηθεί του καθεστώτος, και η Ευρώπη γύρω από την Πορτογαλία κινούνταν σε άλλη κατεύθυνση.
Ο Καετάνο προσπάθησε στην αρχή να δώσει την αίσθηση μιας ήπιας φιλελευθεροποίησης. Αυτή η περίοδος έμεινε γνωστή ως «Μαρσελική Ανοιξη». Ηταν, όμως, περιορισμένη και τελικά ανεπαρκής. Το καθεστώς άλλαξε πρόσωπο, όχι φύση.
Το τέλος που έμοιαζε με τιμωρία
Ο Σαλαζάρ πέθανε στις 27 Ιουλίου 1970. Μέχρι το τέλος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουν επικρατήσει, συνέχισε να πιστεύει ότι ήταν ακόμη ο επικεφαλής της κυβέρνησης.
Η εικόνα είναι σκληρή. Ενας γέρος άνδρας, κάποτε απόλυτος ρυθμιστής της πολιτικής ζωής μιας χώρας, να ζει μέσα σε δωμάτια όπου η εξουσία έχει πια μετατραπεί σε σκηνικό. Να πιστεύει ότι αποφασίζει, ενώ άλλοι έχουν ήδη αποφασίσει για εκείνον. Να μιλά σαν κυβερνήτης, ενώ η χώρα έχει ήδη περάσει στον διάδοχό του.
Δεν χρειάζεται να εξωραΐσει κανείς τον Σαλαζάρ για να δει την τραγική διάσταση αυτής της ιστορίας. Ούτε χρειάζεται να τον παρουσιάσει ως θύμα για να καταλάβει το παράδοξο. Το τέλος του ήταν σχεδόν συμβολικό: ένας άνθρωπος που έλεγξε την αλήθεια για εκατομμύρια πολίτες, έχασε στο τέλος την πρόσβαση στη δική του.
