Πόση ώρα κοιμόντουσαν οι Αρχαίοι Έλληνες
Οι Αρχαίοι Έλληνες κοιμόντουσαν περίπου 6-8 ώρες, συχνά σε δύο φάσεις, με τον ύπνο να έχει καθημερινή, κοινωνική και θρησκευτική σημασία, ενώ στα Ασκληπιεία θεωρούνταν μέσο θεραπείας και επαφής με το θείο.
Οι Αρχαίοι Έλληνες μάλλον δεν κοιμούνταν πολύ διαφορετικά από εμάς σε συνολικό χρόνο. Η πιο ασφαλής εικόνα δείχνει περίπου έξι έως οκτώ ώρες ύπνου, αλλά όχι απαραίτητα μονοκόμματα. Ο ύπνος ακολουθούσε το φως της μέρας, το κλίμα, τη δουλειά και τη θέση του καθενός μέσα στο σπίτι και στην κοινωνία.
Για τους Έλληνες ο ύπνος δεν ήταν κάτι απλό. Ο Ύπνος ήταν θεός, γιος της Νύχτας και του Έρεβου, δίδυμος αδελφός του Θανάτου και πατέρας των ονείρων. Στον Όμηρο και στον Ησίοδο ο ύπνος εμφανίζεται γλυκός αλλά και δυνατός, μια δύναμη που ξεκουράζει τον άνθρωπο και ταυτόχρονα του θυμίζει πόσο κοντά βρίσκεται πάντα η αδυναμία του σώματος.
Οι γιατροί και οι φιλόσοφοι τον έπαιρναν πολύ σοβαρά. Ο Ιπποκράτης έλεγε ότι ο άνθρωπος πρέπει να μένει ξύπνιος τη μέρα και να κοιμάται τη νύχτα και προειδοποιούσε ότι και ο πολύς ύπνος και η πολλή αγρύπνια βλάπτουν. Ο Δημόκριτος έβλεπε τον ύπνο μέσα στη μέρα σαν σημάδι τεμπελιάς ή αδυναμίας. Ο Πλάτων συνέδεε τον καλό ύπνο με μέτρο στο φαγητό και στα πάθη. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι ο ύπνος έρχεται όταν κουράζονται οι αισθήσεις και ότι το φαγητό τον ενισχύει επειδή ζεσταίνει το σώμα.
Πώς και πότε κοιμόντουσαν
Η καθημερινή ζωή στην Αθήνα βοηθά να καταλάβουμε και το ωράριο. Η μέρα άρχιζε με την ανατολή. Οι άνδρες έτρωγαν κάτι ελαφρύ και πήγαιναν στην αγορά, στο γυμνάσιο ή στις δουλειές τους. Το μεσημέρι υπήρχε το άριστον, ένα απλό γεύμα, και το βράδυ το δείπνον, που ήταν το βασικό φαγητό της ημέρας.
Όταν υπήρχε συμπόσιο, η νύχτα μπορούσε να τραβήξει ως αργά.
Εδώ βρίσκεται και μια σημαντική λεπτομέρεια. Δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις ότι στην κλασική Ελλάδα υπήρχε κανονική και σταθερή μεσημεριανή σιέστα για όλους. Οι Αθηναίοι φαίνεται ότι απέφευγαν τα βαριά γεύματα στο μέσο της μέρας για να συνεχίσουν τις υποχρεώσεις τους.
Μικρές ανάσες ξεκούρασης μπορεί να υπήρχαν, ειδικά σε αγρότες και βοσκούς το καλοκαίρι, αλλά η οργανωμένη μεσημεριανή ανάπαυση συνδέεται περισσότερο με μεταγενέστερες εποχές και ιδιαίτερα με τα ρωμαϊκά χρόνια.
Το πιο πιθανό είναι ότι πολλοί κοιμούνταν σε δύο φάσεις. Δηλαδή έπεφταν για ύπνο λίγο μετά τη δύση, κοιμούνταν τρεις ή τέσσερις ώρες, ξυπνούσαν για λίγο και μετά επέστρεφαν για άλλες τρεις ή τέσσερις ώρες. Αυτός ο πρώτος και δεύτερος ύπνος ταιριάζει καλά σε προ βιομηχανικές κοινωνίες και φαίνεται πως συμβάδιζε με τον φυσικό ρυθμό της νύχτας.
Δεν κοιμόντουσαν όμως όλοι το ίδιο. Οι πλούσιοι μπορούσαν να μένουν ξύπνιοι περισσότερο εξαιτίας των δείπνων και των συμποσίων. Οι φτωχότεροι, οι εργάτες και οι δούλοι συχνά σηκώνονταν νωρίτερα. Η κωμωδία του Αριστοφάνη κορόιδευε τους τεμπέληδες που χαλάρωναν ως αργά, κάτι που δείχνει πως και τότε ο ύπνος είχε κοινωνικό βάρος.
Πού και πώς κοιμόντουσαν
Στα σπίτια ο ύπνος γινόταν στον θάλαμο, ένα μικρό δωμάτιο που χωρούσε κρεβάτι και λίγα πράγματα. Στα μεγαλύτερα σπίτια τα γυναικεία δωμάτια βρίσκονταν πιο πίσω ή επάνω, ενώ οι άνδρες είχαν πιο ανοιχτούς χώρους και ξεχωριστό δωμάτιο για τα συμπόσια.
Στα φτωχότερα σπίτια αυτά τα όρια ήταν πολύ πιο στενά και συχνά πολλά μέλη της οικογένειας μοιράζονταν τον ίδιο χώρο.
Το βασικό έπιπλο ήταν η κλίνη. Είχε ξύλινο σκελετό, πλεγμένη ή ξύλινη βάση και από πάνω στρώμα. Οι εύποροι είχαν καλύτερα στρώματα, μαξιλάρια και πούπουλα, ενώ οι φτωχότεροι μπορούσαν να κοιμηθούν πάνω σε δέρματα ζώων ή απλές ψάθες.
Ακόμη και εδώ φαινόταν η κοινωνική διαφορά.
Αργότερα γιατροί όπως ο Γαληνός έδιναν και πρακτικές συμβουλές, όπως ο ύπνος στο πλάι για καλύτερη πέψη.
Η ίδια κλίνη δεν ήταν μόνο για ύπνο. Στα συμπόσια οι άνδρες ξάπλωναν πάνω της στο αριστερό πλευρό, ώστε το δεξί χέρι να μένει ελεύθερο για το φαγητό και το ποτό. Οι γυναίκες συνήθως δεν συμμετείχαν σε αυτά τα δείπνα, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις όπως οι εταίρες.
Έτσι το έπιπλο του ύπνου ήταν ταυτόχρονα έπιπλο κοινωνικής ζωής.
Ο ύπνος ως θεραπεία και επαφή με το θείο
Υπήρχε και μια άλλη μορφή ύπνου, πολύ πιο φορτισμένη. Στα Ασκληπιεία, τα ιερά του Ασκληπιού, οι άρρωστοι έκαναν εξαγνισμούς, λουτρά, νηστεία και προσφορές και μετά κοιμούνταν στο άβατο πάνω σε δέρματα ζώων.
Περίμεναν ότι μέσα στο όνειρο θα εμφανιστεί ο θεός και θα δείξει τη θεραπεία.
Εκεί ο ύπνος δεν ήταν απλώς ξεκούραση.
Ήταν πράξη θεραπείας και τρόπος να φτάσει ο άνθρωπος πιο κοντά στο θείο.
